Οι διαβεβαιώσεις περί «ευρωπαϊκού συντονισμού» αρχίζουν να μοιάζουν μάλλον φρούδες ελπίδες, καθώς πίσω από τις κλειστές πόρτες, οι αξιωματούχοι των Βρυξελλών αναζητούν ποιος θα αναλάβει το κόστος και υπό ποιους όρους. Στις αλλεπάλληλες συσκέψεις των τελευταίων ημερών, αξιωματούχοι της Κομισιόν και εθνικά οικονομικά επιτελεία κινούνται σε παράλληλες και συχνά αντικρουόμενες κατευθύνσεις, με αρκετές από τις κυβερνήσεις να πιέζουν για άμεση ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την Επιτροπή να επιχειρεί να κρατήσει «αλώβητο» το αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Το μήνυμα από τις Βρυξέλλες, αλλά και γνωστούς πολιτικούς κύκλους, είναι ότι τα μέτρα θα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα και με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης. Σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ωστόσο, η πολιτική πίεση για πιο επιθετικές παρεμβάσεις εντείνεται, καθώς η ενεργειακή κρίση μεταφέρεται ήδη στην καθημερινότητα των πολιτών και πιέζει τους προϋπολογισμούς των κρατών.
Το ρήγμα αποτυπώνεται καθαρά στο παρασκήνιο των διαβουλεύσεων, όταν από τη μία πλευρά, χώρες του Βορρά επιμένουν ότι οι οριζόντιες παρεμβάσεις τύπου 2022 δεν μπορούν να επαναληφθούν χωρίς να τροφοδοτήσουν νέο κύκλο πληθωρισμού και να υπονομεύσουν τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Από την άλλη, κυβερνήσεις του Νότου αλλά και μεσαίες οικονομίες πιέζουν για μεγαλύτερη ευελιξία, ακόμη και για μια νέα γενναία ευρωπαϊκή «εργαλειοθήκη» που θα επιτρέψει μεγαλύτερη στήριξη χωρίς άμεσο δημοσιονομικό κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο, επανέρχονται στο τραπέζι προτάσεις για πλαφόν, φορολόγηση υπερκερδών και κοινές παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας, την ώρα που η Κομισιόν επιχειρεί να περιορίσει τη συζήτηση σε στοχευμένες επιδοτήσεις και φορολογικές παρεμβάσεις με σαφές χρονικό ορίζοντα.
Στο μεταξύ, οι εθνικές στρατηγικές διαμορφώνονται ήδη χωρίς να περιμένουν ευρωπαϊκή γραμμή. Το Βερολίνο κινείται με άμεσες φοροελαφρύνσεις στην ενέργεια, η Μαδρίτη επενδύει σε μηχανισμούς κοινής διαχείρισης εφοδιασμού, ενώ η Αθήνα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε στοχευμένα μέτρα και διπλωματική πίεση για ευρωπαϊκή λύση, αξιοποιώντας το δημοσιονομικό περιθώριο που δημιουργεί το υπερπλεόνασμα. Πίσω από αυτές τις επιλογές, διαμορφώνεται ένα πιο σύνθετο σκηνικό με το «παζάρι» για το ποια μέτρα θεωρούνται αποδεκτά υπό τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες και ποιο μέρος των εθνικών παρεμβάσεων μπορεί να θεωρηθεί διατηρήσιμο. Με το διάστημα έως τα τέλη Απριλίου να θεωρείται καθοριστικό, οι αποφάσεις που θα ληφθούν δεν θα κρίνουν μόνο την άμεση αντίδραση στην κρίση, αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Ευρώπη θα διαχειρίζεται τα επόμενα σοκ.
Το διπλό μέτωπο της Κομισιόν
Στην καρδιά της σύγκρουσης βρίσκεται η προσπάθεια της Κομισιόν να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες πιέσεις. Από τη μία, καλείται να δώσει πολιτική απάντηση σε μια κρίση που πλήττει άμεσα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Από την άλλη, επιχειρεί να προστατεύσει το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο που τέθηκε σε ισχύ μόλις το 2024, αποτρέποντας μια ανεξέλεγκτη αύξηση δαπανών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στις εσωτερικές συζητήσεις κυριαρχεί ο φόβος επανάληψης του 2022, όταν τα εκτεταμένα μέτρα στήριξης συνέβαλαν μεν στη συγκράτηση των τιμών, αλλά παράλληλα διατήρησαν υψηλή τη ζήτηση και επιβράδυναν την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Το συμπέρασμα που φαίνεται να επικρατεί στους κόλπους της Επιτροπής είναι ότι η νέα κρίση απαιτεί πιο «χειρουργικές» παρεμβάσεις.
Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση συναντά ισχυρές αντιστάσεις. Κυβερνήσεις επισημαίνουν ότι η κοινωνική πίεση δεν αφήνει περιθώρια για περιορισμένες παρεμβάσεις, ιδίως σε χώρες όπου το ενεργειακό κόστος μεταφέρεται ταχύτερα στις τιμές βασικών αγαθών. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση, στην οποία η Κομισιόν επιχειρεί να θέσει όρια, ενώ τα κράτη-μέλη πιέζουν για ευελιξία.
Οι οικονομίες του Βορρά εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές απέναντι σε γενικευμένες παρεμβάσεις, δίνοντας έμφαση στη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και στην αποφυγή νέων πληθωριστικών πιέσεων. Η προσέγγιση αυτών των χωρών έχει να κάνει με την εκτίμηση τους ότι η εμπειρία των προηγούμενων ετών έδειξε πως η υπερβολική στήριξη μπορεί να καταστεί αντιπαραγωγική.
Αντίθετα, στον Νότο διαμορφώνεται μια διαφορετική προσέγγιση, με μεγαλύτερη έμφαση στην ανάγκη προστασίας της κατανάλωσης και της οικονομικής δραστηριότητας. Η άνοδος των τιμών ενέργειας και τροφίμων δημιουργεί έντονες πιέσεις, ενισχύοντας τα επιχειρήματα υπέρ πιο γενναίων παρεμβάσεων.
Στο παρασκήνιο, η αντιπαράθεση αυτή δεν εκφράζεται μόνο σε επίπεδο ρητορικής. Σύμφωνα με πληροφορίες, αρκετές κυβερνήσεις εξετάζουν κοινές πρωτοβουλίες για να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους θέση έναντι της Κομισιόν, επαναφέροντας στο τραπέζι ιδέες για ευρωπαϊκές λύσεις που είχαν απορριφθεί στο παρελθόν.
Το «παζάρι» των μέτρων
Η νέα διελκυστίνδα μεταξύ των διαφορετικών σχολών σκέψεις στην Ευρώπη, οδηγούν πολλές κυβερνήσεις να μην περιμένουν τις ευρωπαϊκές αποφάσεις. Σε αρκετές χώρες, τα πρώτα μέτρα έχουν ήδη ανακοινωθεί ή βρίσκονται σε τελικό στάδιο σχεδιασμού, με κοινό χαρακτηριστικό την προσπάθεια περιορισμού του άμεσου κόστους για πολίτες και επιχειρήσεις.
Στο επίκεντρο των διαβουλεύσεων βρίσκεται το ερώτημα κατά πόσο τα μέτρα αυτά μπορούν να ενταχθούν στο ευρωπαϊκό πλαίσιο χωρίς να θεωρηθούν υπέρβαση των κανόνων. Η συζήτηση για το τι συνιστά «προσωρινή» και τι «μόνιμη» παρέμβαση έχει αποκτήσει κεντρική σημασία, καθώς από αυτήν εξαρτάται το εύρος των κινήσεων που μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις.
Οι ανακοινώσεις για τα δημοσιονομικά στοιχεία, οι επαφές σε ευρωπαϊκό επίπεδο και οι αποφάσεις των κυβερνήσεων συνθέτουν ένα σκηνικό εντατικών διαβουλεύσεων, στο οποίο θα κριθεί όχι μόνο το μέγεθος των άμεσων μέτρων, αλλά και η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Το βασικό ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα επιτρέψει ταχύτερη αντίδραση σε μελλοντικά σοκ. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις των επόμενων εβδομάδων ενδέχεται να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες για τον τρόπο λειτουργίας της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ, γεγονός που καθιστά την ενεργειακή κρίση ακόμα μια δοκιμασία για τη συνοχή της ευρωπαϊκής στρατηγικής.








































