Είναι πλέον επιβεβαιωμένο και τον 21ο αιώνα ότι οι πόλεμοι και οι οικονομικές κρίσεις αποτελούν τη «μαμή της Ιστορίας». Η βίαιη μεταβολή της καθημερινότητας των ανθρώπων φέρνει την ανατροπή του οικονομικού και κοινωνικού τους «status» και λειτουργεί ως επιταχυντής των εξελίξεων σε επίπεδο πολιτικό και ιδεολογικό επαναφέροντας στο προσκήνιο οικονομικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις που θεωρήθηκαν πολιτικά έωλες και ιστορικά ξεπερασμένες.
Δεν είναι μόνο η τάση προς τον «αντισυστημισμό» και τα διαβόητα «άκρα», που χαρακτηρίζει τις πολιτικές εξελίξεις πρακτικά σε όλες τις χώρες της Δύσης μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Είναι και η αμφισβήτηση της κρατούσας εδώ και μισόν αιώνα «παγκόσμιας οικονομικής ορθοδοξίας» με την επικράτηση των ιδεών της Σχολής του Σικάγο (οικονομικός φιλελευθερισμός, αυτορρύθμιση των αγορών, όσο το δυνατόν μικρότερο κράτος, ιδιωτικοποίηση ακόμα και των εταιρειών κοινής ωφελείας, μονεταρισμός).
Λίγες ημέρες πριν από τη συντριπτική ήττα των Εργατικών την περασμένη Πέμπτη στις τοπικές εκλογές στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλλία, ο αναλυτής της «Guardian», Τζούλιαν Κόμαν, είχε προτείνει στον Κιρ Στάρμερ έναν τρόπο για να επαναφέρει στο κόμμα του τους χαμένους ψηφοφόρους: να προβάλει δίχως αναστολές και επιφυλάξεις τις αποτυχίες και τα σκάνδαλα του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων της Μάργκαρετ Θάτσερ, που ακόμα ταλαιπωρούν τους Βρετανούς πολίτες.
Ο Κόμαν αναφέρει το πρόσφατο σκάνδαλο των λυμάτων με πρωταγωνίστριες τις εταιρείες ύδρευσης, που «έχει καταλήξει να συμβολίζει ένα οικονομικό μοντέλο το οποίο δίνει προτεραιότητα στον ιδιωτικό πλουτισμό έναντι του κοινού καλού».
Στο κράτος η British Steel
Χρόνος για να αντιδράσει ο Κιρ Στάρμερ βέβαια δεν υπήρχε, αλλά δύο ημέρες μετά την ιστορική εκλογική αποτυχία των Εργατικών ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησής του να επανεθνικοποιήσει την British Steel για να προστατεύσει τους 2.700 εργαζομένους και τους πελάτες της εταιρείας. Η ανακοίνωση έγινε αφού η κυβέρνηση είχε ανακτήσει από τον Απριλιο του 2025 τον έλεγχο της χαλυβουργίας Scunthorpe από την κινεζική Jingye «προκειμένου να αποτρέψει πιθανό κλείσιμο των υψικαμίνων της», όπως μετέδωσε το BBC.
«Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν τη μεγάλη και αυξανόμενη υποστήριξη – διαταξική και διακομματική – στη Βρετανία για ένα εκτεταμένο πρόγραμμα επανεθνικοποίησης βρετανικών επιχειρήσεων», έγραφε η «Guardian». Αλλά και στη Γαλλία η «Le Figaro» και το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) διαπιστώνουν ότι «εν μέσω ενεργειακής κρίσης και διαρκών ανατιμήσεων όχι μόνο των καυσίμων αλλά και άλλων βασικών καταναλωτικών αγαθών, αναζωπυρώνεται η συζήτηση για φορολόγηση των υπερκερδών ορισμένων μεγάλων επιχειρήσεων που έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται τη συγκυρία».
Η περίπτωση TotalEnergies
Αφορμή για τη διαπίστωση των γαλλικών ΜΜΕ είναι η πρόταση εθνικοποίησης της TotalEnergies που διατύπωσε δημοσίως την περασμένη Κυριακή ο συντονιστής του κόμματος της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI) Μανουέλ Μπομπάρ – πρόκειται τον τυπικό αρχηγό του κόμματος, του οποίου de facto ηγέτης είναι βέβαια ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος πρόσφατα προανήγγειλε την υποψηφιότητά του για τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Μιλώντας στην εκπομπή Grand Rendez-vous Europe 1/CNews/Les Échos, ο Μπομπάρ δήλωσε συγκεκριμένα ότι η εθνικοποίηση της TotalEnergies θα κόστιζε στο γαλλικό κράτος περίπου 70 δισ. ευρώ. Κατά τον ηλικίας 40 ετών πολιτικό «είναι μια απόλυτα εφικτή επιλογή για μια επιχείρηση η οποία θα απέβαινε εξαιρετικά κερδοφόρα για το κράτος». Η εθνικοποίηση της γιγαντιαίας εταιρείας πετρελαίου και φυσικού αερίου «δεν θα συνεπαγόταν τον έλεγχο του 100% της επιχείρησης», καθώς η κεφαλαιοποίησή της εισηγμένης εταιρείας υπολογίζεται στα 174 δισ. ευρώ.
Ο Μπομπάρ επικαλούμενος το αμερικανικό επενδυτικό fund BlackRock εξήγησε ότι η TotalEnergies «έχει καταβάλει 100 δισ. ευρώ σε μερίσματα τα τελευταία δέκα χρόνια σε μετόχους που είναι κυρίως Αγγλοσάξονες». Συνεπώς η εθνικοποίηση είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, «μια απόλυτα βιώσιμη επιλογή» και μια επιλογή που θα ήταν «εξαιρετικά κερδοφόρα».
«Εάν αγοράσετε μια εταιρεία και αυτή έχει ήδη αποσβέσει την τιμή αγοράς σε λιγότερο από 10 χρόνια, αυτή είναι μια αρκετά καλή συμφωνία», εξήγησε, εκφράζοντας επίσης την επιθυμία του το Κράτος να έχει «στρατηγικό έλεγχο επί των πετρελαϊκών εταιρειών στο τρέχον γεωπολιτικό πλαίσιο».
Τρελά κέρδη
Εκμεταλλευόμενη την εκτίναξη των τιμών των υδρογονανθράκων διεθνώς, η TotalEnergies κατέγραψε ρεκόρ κερδών το πρώτο τρίμηνο του 2026 (4,96 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 51% σε σύγκριση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα πέρυσι), αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση σχετικά με το εάν θα πρέπει να φορολογηθούν τα «απροσδόκητα εταιρικά κέρδη» που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Η εταιρεία προειδοποίησε ότι εάν εισαχθεί ένας τέτοιος φόρος, «δεν θα είναι σε θέση να διατηρήσει το ανώτατο όριο τιμών στα καύσιμα», το οποίο έχει θέσει. Υπενθυμίζεται ότι στη Γαλλία η TotalEnergies είναι εκείνη που ουσιαστικά συγκρατεί τις τιμές των καυσίμων στα βενζινάδικα, καθώς από τις 8 Απριλίου έχει επιβάλει στα πρατήρια με το σήμα της ανώτατες τιμές 1,99 ευρώ για το λίτρο της αμόλυβδης βενζίνης και 2,25 για το λίτρο του ντίζελ κίνησης (σε πολλές χώρες της Ευρώπης το ντίζελ φορολογείται περισσότερο από τη βενζίνη επειδή είναι πιο ρυπογόνο).
«Όχι στη φορολόγηση»
«Η φορολόγηση των κερδών της TotalEnergies δεν αποτελεί μια λειτουργική λύση διότι ο όμιλος παράγει ένα μεγάλο μέρος των κερδών του εκτός Γαλλίας», σχολίασε μιλώντας στο ραδιόφωνο RTL η Ελιζαμπέτ Μπορν, πρώην πρωθυπουργός του κόμματος της Αναγέννησης (του Μακρόν δηλαδή). Η Γαλλίδα πολιτικός θεωρεί ωστόσο ότι «η ενθάρρυνση της Total να συνεχίσει να περιορίζει τις τιμές στα πρατήρια είναι κάτι απτό για τον γαλλικό λαό».
Καλεσμένος στην εκπομπή «Dimanche en politique» του τηλεοπτικού καναλιού France 3 ο πρώην πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ κάλεσε την κυβέρνηση να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στους Γάλλους οι οποίοι πλήττονται περισσότερο από τις αυξανόμενες τιμές των καυσίμων.
«Χρειάζεται να διευρυνθεί και να ενταθεί η αρωγή σε όλους τους πληττόμενους τομείς της οικονομίας και τα ευάλωτα άτομα να λάβουν πιο στοχευμένες και σημαντικά μεγαλύτερες επιταγές από αυτές που εξετάζει επί του παρόντος η κυβέρνηση», είπε ο σοσιαλιστής Ολάντ, που επί προεδρίας του είχε επιβληθεί ένας αμφιλεγόμενος φόρος στους «υπερπλούσιους» ιδιώτες, αλλά όχι σε εταιρικά «υπερκέρδη.




































