Στα 184 δισεκατομμύρια δολάρια έφτασε το εμπόριο προϊόντων υδρόβιων ζώων (ψάρια, θαλασσινά, όστρακα κ.ά), συνεχίζοντας να καταγράφει ιστορικά υψηλά επίπεδα και πλέον να ανταγωνίζεται σε αξία το εμπόριο κρέατος. Ωστόσο, η διασφάλιση της βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης των θαλάσσιων και εσωτερικών οικοσυστημάτων παραμένει βασική πρόκληση, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για την Κατάσταση της Παγκόσμιας Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (SOFIA 2026) του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO).
Την ίδια στιγμή, ο FAO προβλέπει συνεχή ανάπτυξη στην παραγωγή, την κατανάλωση και το εμπόριο, με τη συνολική παραγωγή υδρόβιων ζώων να αναμένεται να φτάσει τα 214 εκατομμύρια τόνους έως το 2034.
Η υδατοκαλλιέργεια παρέχει πλέον το 53% της συνολικής παραγωγής υδρόβιων ζώων
Η έκθεση —η οποία παρουσιάστηκε στο 11ο Συνέδριο «Our Ocean» στη Μομπάσα της Κένυας— παρουσιάζει επικαιροποιημένα στατιστικά στοιχεία για την παγκόσμια αλιεία και υδατοκαλλιέργεια. Υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο FAO, μαζί με τα μέλη του, τις κοινότητες, τα θεσμικά όργανα, τη βιομηχανία και τους εταίρους, μετουσιώνει το όραμά του για τον «Γαλάζιο Μετασχηματισμό» (Blue Transformation) σε μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η έκθεση SOFIA 2026 εκτιμά ότι η παγκόσμια παραγωγή αλιείας και υδατοκαλλιέργειας έφτασε στο επίπεδο ρεκόρ των 235 εκατομμυρίων τόνων το 2024, εκ των οποίων τα 195 εκατομμύρια τόνοι αφορούν υδρόβια ζώα, επιβεβαιώνοντας τον διευρυνόμενο ρόλο του τομέα στη διατροφή του πλανήτη.
Συνεχίζει να αυξάνεται η παραγωγή
Ενώ η ελεύθερη αλιεία έχει σε μεγάλο βαθμό σταθεροποιηθεί, αντανακλώντας τα οικολογικά όρια και την αποτελεσματική διαχείριση ορισμένων αλιευτικών αποθεμάτων, η παραγωγή υδρόβιων ζώων συνέχισε να αυξάνεται, σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό 3,2% από τη δεκαετία του 1950. Συγκεκριμένα, το 2024 η παραγωγή υδρόβιων ζώων από υδατοκαλλιέργειες ξεπέρασε για πρώτη φορά τους 100 εκατομμύρια τόνους (με αξία 371 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην τιμή παραγωγού). Η ελεύθερη αλιεία ανήλθε σε περίπου 92 εκατομμύρια τόνους και παραμένει εντός του εύρους των 86–94 εκατομμυρίων τόνων από τα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Τα τρόφιμα από υδρόβια ζώα κατέχουν όλο και πιο κεντρικό ρόλο στη διατροφή: το 89% της παραγωγής υδρόβιων ζώων κατευθύνεται στην ανθρώπινη κατανάλωση, καλύπτοντας τουλάχιστον το ένα πέμπτο της κατανάλωσης ζωικών πρωτεϊνών για 3,1 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Ο τομέας στηρίζει επίσης περισσότερα από 600 εκατομμύρια μέσα διαβίωσης παγκοσμίως.
Αποκαλυπτικά τα στοιχεία για την αλιεία
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση του FAO. Σύμφωνα με αυτά:
- Η παραγωγή υδρόβιων ζώων από υδατοκαλλιέργειες ξεπέρασε για πρώτη φορά τους 100 εκατομμύρια τόνους το 2024, φτάνοντας τα 103 εκατομμύρια τόνους.
- Η υδατοκαλλιέργεια παρέχει πλέον το 53% της συνολικής παραγωγής υδρόβιων ζώων και πάνω από το 59% της παραγωγής τροφίμων από υδρόβια ζώα.
- Συμπεριλαμβανομένων των φυκών, η υδατοκαλλιέργεια παρήγαγε 141 εκατομμύρια τόνους, αξίας 391 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
- Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, σχεδόν όλη η ανάπτυξη στην υδρόβια παραγωγή προέρχεται από την υδατοκαλλιέργεια.
- Η ελεύθερη αλιεία έχει σταθεροποιηθεί· η παραγωγή υδρόβιων ζώων από την ελεύθερη αλιεία ανήλθε σε 92 εκατομμύρια τόνους το 2024, συμπεριλαμβανομένων 80 εκατομμυρίων τόνων από τη θαλάσσια αλιεία.
- Το 2023, το 72,6% του συνόλου των εκφορτώσεων προερχόταν από βιολογικά βιώσιμα αποθέματα.
- Τα αλιεύματα τόνου έφτασαν στο επίπεδο ρεκόρ των 9,3 εκατομμυρίων τόνων το 2024.
- Τα αλιεύματα αντσούγιας (αντζούγιας του Περού) ανέκαμψαν δυναμικά το 2024, σημειώνοντας αύξηση κατά 109% σε πάνω από 5,0 εκατομμύρια τόνους, από 2,4 εκατομμύρια τόνους το 2023.
- Η εσωτερική αλιεία (σε λίμνες και ποτάμια) έφτασε στο επίπεδο ρεκόρ των 12,3 εκατομμυρίων τόνων το 2024.
- Στα 184 δισεκατομμύρια δολάρια, το εμπόριο υδρόβιων ζώων ανταγωνίζεται πλέον το εμπόριο επίγειου κρέατος· πάνω από το ένα τρίτο της παραγωγής διακινείται διεθνώς.
- Η παγκόσμια κατά κεφαλήν διαθεσιμότητα τροφίμων από υδρόβια ζώα ανήλθε κατά μέσο όρο στα 21,1 κιλά το 2023, σημειώνοντας άνοδο στα εκτιμώμενα 21,3 κιλά το 2024.
- Ο τομέας στηρίζει περισσότερα από 600 εκατομμύρια μέσα διαβίωσης παγκοσμίως.
Άνισα τα οφέλη
Παρά την αυξανόμενη διαθεσιμότητα, τα οφέλη παραμένουν άνισα. Η κατά κεφαλήν προσφορά τροφίμων από υδρόβια ζώα, ιδιαίτερα στην Αφρική, υστερεί σημαντικά σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές.
Παράλληλα, ο τομέας αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις. Η κλιματική αλλαγή, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, οι οικονομικοί κλυδωνισμοί και οι γεωπολιτικές μεταβολές επηρεάζουν τις επιδόσεις και τη βιωσιμότητα. Για παράδειγμα, υπό σενάρια υψηλών εκπομπών, η εκμεταλλεύσιμη βιομάζα ψαριών προβλέπεται να μειωθεί κατά περισσότερο από 10% έως το 2050 σε αρκετές περιοχές.
Η έκθεση εξετάζει πώς αυτές οι πιέσεις θα διαμορφώσουν τον τομέα, παράλληλα με τις προόδους στην προσαρμογή και τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.
«Η έκθεση δείχνει ότι, περισσότερο από ποτέ, ένας υγιής πλανήτης απαιτεί έναν υγιή ωκεανό και υγιή εσωτερικά ύδατα», έγραψε στον πρόλογό του ο Γενικός Διευθυντής του FAO, QU Dongyu. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι καταβάλλονται όλες οι απαραίτητες προσπάθειες για να αναστραφεί η φθίνουσα πορεία της βιωσιμότητας και να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη δυναμική του τομέα, για τις επόμενες γενιές».
Εμπορικές επιπτώσεις και περιφερειακή ανάλυση
Το 2023, η διαθεσιμότητα τροφίμων από υδρόβια ζώα έφτασε τα 171 εκατομμύρια τόνους, αλλά η κατανομή της παραμένει άνιση. Ενώ στην Ασία ο τομέας παρέχει 26,3 κιλά ανά άτομο, η διαθεσιμότητα στην Αφρική είναι μόλις 9,1 κιλά τροφίμων από υδρόβια ζώα ανά άτομο.
Το εμπόριο υδρόβιων προϊόντων έχει επεκταθεί σημαντικά. Μεταξύ 1976 και 2024, η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε περισσότερο από εικοσιτρείς φορές (σχεδόν εξαπλασιάστηκε σε πραγματικούς όρους), σε ευθυγράμμιση με το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών. Η ανάπτυξη αντανακλά την υψηλότερη παραγωγή, τη βελτιωμένη εφοδιαστική αλυσίδα (logistics) και μεταποίηση, τις ανταγωνιστικές τιμές και την απελευθέρωση του εμπορίου, με τα προϊόντα συχνά να διασχίζουν πολλαπλά σύνορα πριν φτάσουν στους καταναλωτές ως μέρος πολύπλοκων αλυσίδων εφοδιασμού.







































