Μέχρι σήμερα ένας Έλληνας φορολογούμενος μπορούσε να αγοράσει κρυπτονομίσματα, να τα πουλήσει με κέρδος, να μεταφέρει τα χρήματα στην τράπεζα και παρ’ όλα αυτά να μην έχει έναν ασφαλή τρόπο να τα δηλώσει στην εφορία. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος δεν αναγνώριζε ρητά τα crypto ως τίτλους, το έντυπο Ε1 δεν διέθετε ειδικό κωδικό και η ΑΑΔΕ δεν είχε εκδώσει ολοκληρωμένες οδηγίες για τον υπολογισμό και τη φορολόγηση της υπεραξίας.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα παράδοξο φορολογικό καθεστώς. Τα χρήματα υπήρχαν, αλλά η προέλευσή τους δεν αναγνωριζόταν πάντοτε με τρόπο που να επιτρέπει στον κάτοχό τους να τα χρησιμοποιήσει για την αγορά ακινήτου, αυτοκινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου. Ακόμη και όποιος επιθυμούσε να πληρώσει φόρο μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με την άρνηση της ίδιας της φορολογικής διοίκησης να δεχθεί τη δήλωσή του.
Αυτό το άγνωστο τοπίο επιχειρεί να κλείσει το νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εισάγοντας από το φορολογικό έτος 2027 συντελεστή 10% στην υπεραξία. Πίσω από τον σχετικά χαμηλό φόρο, όμως, βρίσκονται αυστηροί κανόνες για τα τεκμήρια και την απόδειξη των συναλλαγών, οι οποίοι μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για όσους επενδύουν εδώ και χρόνια χωρίς να έχουν διατηρήσει πλήρες αρχείο.

Η υπόθεση που αποκάλυψε το κενό
Την πραγματική έκταση του προβλήματος αποκάλυψε πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Φορολογούμενη είχε δηλώσει στον κωδικό 865 του Ε1 κέρδη 42.830 ευρώ από πωλήσεις κρυπτονομισμάτων, θεωρώντας ότι επρόκειτο για υπεραξία αλλοδαπής προέλευσης.
Η φορολογική διοίκηση δεν αναγνώρισε το ποσό. Η ΔΕΔ έκρινε ότι τα εισοδήματα από crypto δεν εμπίπτουν στα άρθρα 42 και 42Α του Κώδικα, επειδή οι τίτλοι που φορολογούνται ως υπεραξία απαριθμούνται περιοριστικά και τα κρυπτονομίσματα δεν περιλαμβάνονται σε αυτούς.
Την ίδια στιγμή, αγορές ομολόγων και επενδυτικών προϊόντων συνολικού ύψους 323.869 ευρώ θεωρήθηκαν τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Η προσφυγή απορρίφθηκε και παρέμεινε φορολογική επιβάρυνση 48.865 ευρώ. Η υπόθεση περιγράφει με τον πιο καθαρό τρόπο το σημερινό αδιέξοδο. Η Εφορία δεν αναγνώριζε το κέρδος από τα crypto ως υπεραξία, αλλά απαιτούσε από τη φορολογούμενη να καλύψει τις επενδυτικές δαπάνες της με εισοδήματα ή κεφάλαια που μπορούσαν να ενταχθούν στις υφιστάμενες φορολογικές κατηγορίες.
Το νομοσχέδιο έρχεται ουσιαστικά να δημιουργήσει την κατηγορία που έλειπε. Η υπεραξία θα υπολογίζεται ως η διαφορά ανάμεσα στην τιμή κτήσης και στην τιμή μεταβίβασης, με συνυπολογισμό των άμεσων εξόδων. Καθαρά ετήσια κέρδη έως 500 ευρώ θα απαλλάσσονται, ενώ ζημίες μεγαλύτερες των 500 ευρώ θα μπορούν να μεταφερθούν για πέντε χρόνια και να συμψηφιστούν μόνο με μελλοντικά κέρδη από crypto.
Ο κίνδυνος να φορολογηθεί ολόκληρη η πώληση
Η μεγαλύτερη παγίδα βρίσκεται στην απόδειξη της τιμής αγοράς. Το κόστος κτήσης θα πρέπει να προκύπτει από παραστατικά της πλατφόρμας, στοιχεία κάποιου ενδιαμέσου ή δεδομένα που μπορούν να εξαχθούν απευθείας από το blockchain. Εάν δεν μπορεί να αποδειχθεί, θα θεωρείται μηδενικό.
Ένας επενδυτής που αγόρασε crypto έναντι 90.000 ευρώ και τα πούλησε για 100.000 ευρώ έχει πραγματικό κέρδος 10.000 ευρώ και κανονικά θα πληρώσει φόρο 1.000 ευρώ. Εάν, όμως, δεν διαθέτει τα στοιχεία που αποδεικνύουν την αρχική αγορά, φορολογητέα υπεραξία θα θεωρηθούν ολόκληρες οι 100.000 ευρώ και ο φόρος θα φθάσει τις 10.000 ευρώ.
Για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν πριν από την εφαρμογή του νέου καθεστώτος προβλέπεται δυνατότητα οικειοθελούς δήλωσης της υπεραξίας μέσα σε δώδεκα μήνες. Ο φόρος θα καταβάλλεται εντός 60 ημερών, χωρίς πρόστιμα και τόκους, προσφέροντας διέξοδο σε όσους μέχρι σήμερα δεν μπορούσαν να δηλώσουν με ασφάλεια τα κέρδη τους.
Το πρόβλημα αφορά κυρίως παλαιούς κατόχους, οι οποίοι έχουν πραγματοποιήσει συναλλαγές μέσω πλατφορμών που έκλεισαν, έχουν μεταφέρει crypto μεταξύ πολλών ηλεκτρονικών πορτοφολιών ή έχουν αγοράσει απευθείας από άλλους ιδιώτες. Για αυτούς, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση δεν θα κριθεί μόνο από τον συντελεστή, αλλά από το εάν μπορούν να ανασυστήσουν ολόκληρη τη διαδρομή των συναλλαγών τους.
Στις διαδοχικές αγορές θα χρησιμοποιείται η μέση τιμή κτήσης. Αυτό σημαίνει ότι ο φορολογούμενος θα πρέπει να γνωρίζει πόσα crypto απέκτησε, πότε, σε ποια τιμή και με ποιες προμήθειες, ακόμη και αν οι συναλλαγές έχουν πραγματοποιηθεί σε διαφορετικές πλατφόρμες.
Τεκμήριο από την πρώτη ημέρα
Η φορολογική παρακολούθηση δεν θα αρχίζει πλέον κατά την πώληση, αλλά από τη στιγμή της αγοράς. Το ποσό που καταβάλλεται για την απόκτηση crypto θα αποτελεί τεκμήριο απόκτησης περιουσιακού στοιχείου, όπως συμβαίνει με μετοχές, ομόλογα και επενδυτικά προϊόντα.
Όποιος αγοράσει crypto αξίας 50.000 ευρώ θα πρέπει να καλύψει το ποσό με δηλωμένα εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, πώληση περιουσιακού στοιχείου, δάνειο ή χρηματική δωρεά. Διαφορετικά, η διαφορά μπορεί να φορολογηθεί ως τεκμαρτό εισόδημα, ανεξάρτητα από το εάν η επένδυση αποφέρει τελικά κέρδος ή ζημία.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αλλαγές του νέου πλαισίου. Τα crypto παύουν να αντιμετωπίζονται ως μια αόρατη τοποθέτηση εκτός του φορολογικού συστήματος και μετατρέπονται σε περιουσιακό στοιχείο του οποίου πρέπει να δικαιολογείται η αγορά.
Η αναβολή στις ανταλλαγές και η ασάφεια του 15%
Η ανταλλαγή ενός crypto με άλλο δεν θεωρείται φορολογητέα μεταβίβαση. Ο φόρος αναβάλλεται μέχρι τη μετατροπή σε χρήμα, τη χρησιμοποίηση για αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εισφορά σε εταιρικό κεφάλαιο. Η πρόβλεψη προσφέρει ευελιξία στους επενδυτές, διατηρεί όμως την υποχρέωση καταγραφής όλων των ενδιάμεσων συναλλαγών.
Ανοιχτό παραμένει και ένα σημαντικό ζήτημα για το staking, τον δανεισμό και την παροχή ρευστότητας σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα. Η ανακοίνωση του υπουργείου αναφέρει φορολόγηση 10%, αλλά το νομοσχέδιο χαρακτηρίζει αυτές τις αποδόσεις ως τόκους. Οι τόκοι φορολογούνται σήμερα με 15%, χωρίς στο σχέδιο νόμου να προβλέπεται ειδική αλλαγή του συντελεστή. Η αναντιστοιχία θα πρέπει να διορθωθεί στη διαβούλευση, διαφορετικά η νομοθετική διατύπωση οδηγεί σε φόρο 15%.




































