Την ADT, την αμερικανική εταιρεία συστημάτων ασφαλείας με ιστορία άνω των 150 ετών συμφώνησε να αποκτήσει σε μία από τις μεγαλύτερες κινήσεις του στον χώρο των εξαγορών, ο επενδυτής Τζος Κούσνερ, κινούμενος πέρα από τη μέχρι τώρα επενδυτική δραστηριότητα στην τεχνητή νοημοσύνη. Η εξαγορά θα πραγματοποιηθεί από τη Thrive Holdings, επενδυτική εταιρεία που συνδέεται με την Thrive Capital του Κούσνερ, έναντι 7,6 δισ. δολαρίων σε μετρητά ως αξία μετοχικού κεφαλαίου. Η συνολική αξία της συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένου του χρέους, ανέρχεται σε περίπου 15,3 δισ. δολάρια.
Με βάση τους όρους της συμφωνίας, οι μέτοχοι της ADT θα λάβουν 10 δολάρια ανά μετοχή, τίμημα που αντιστοιχεί σε premium 45,6% σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της μετοχής στις 27 Οκτωβρίου 2026. Η συναλλαγή αναμένεται να ολοκληρωθεί το πρώτο τρίμηνο του 2027, εφόσον εξασφαλιστούν οι απαραίτητες εγκρίσεις από τους μετόχους και τις αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές. Μέχρι τότε, η ADT θα συνεχίσει να λειτουργεί ανεξάρτητα. Μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς, θα αποχωρήσει από το χρηματιστήριο και θα περάσει σε ιδιωτικό καθεστώς, μεταδίδει η Wall Street Journal.
Η επενδυτική λογική πίσω από τη συμφωνία
Η κίνηση αντανακλά μια διαφορετική προσέγγιση στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης. Αντί να επενδύει αποκλειστικά σε νεοφυείς επιχειρήσεις που αναπτύσσουν νέα μοντέλα και εφαρμογές AI, η Thrive Holdings εξαγοράζει ήδη εδραιωμένες εταιρείες και επιχειρεί να βελτιώσει τη λειτουργία και την κερδοφορία τους μέσω της τεχνολογίας.
Ο συνιδρυτής της, Ανουτζ Μεχιντιράτα, περιέγραψε στην Journal το επενδυτικό μοντέλο ως αντίστοιχο εταιρειών συμμετοχών όπως η Danaher και η Berkshire Hathaway: επιχειρήσεις που αποκτούν εταιρείες, τις διατηρούν μακροπρόθεσμα και επανεπενδύουν τα έσοδά τους για την ανάπτυξή τους, αντί να επιδιώκουν μια γρήγορη μεταπώληση.
Η ADT θεωρείται κατάλληλη για αυτή τη στρατηγική, καθώς διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο τεχνικών, μακροχρόνιες σχέσεις με πελάτες και σημαντική παρουσία στην αγορά οικιακής ασφάλειας. Η Thrive εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να περιορίσει τους λανθασμένους συναγερμούς, να παρέχει πληρέστερες πληροφορίες στα συνεργεία που ανταποκρίνονται σε περιστατικά έκτακτης ανάγκης και να εντοπίζει νωρίτερα προβλήματα στον εξοπλισμό, με στόχο τη μείωση του λειτουργικού κόστους και τη βελτίωση της αξιοπιστίας των υπηρεσιών.

Ένα ευρύτερο επενδυτικό σχέδιο
Η εξαγορά της ADT εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο επέκτασης. Η Thrive Holdings ιδρύθηκε το 2025 και έχει ήδη αποκτήσει περισσότερες από 75 επιχειρήσεις στους τομείς των λογιστικών υπηρεσιών, της πληροφορικής και των υπηρεσιών που συνδέονται με κτίρια και υποδομές. Τον Αύγουστο άντλησε 2 δισ. δολάρια από επενδυτές, μεταξύ των οποίων η SoftBank, η D1 Capital Partners και η Altimeter, με αποτίμηση περίπου 12 δισ. δολαρίων.
Η εταιρεία διαθέτει ομάδα περίπου 30 μηχανικών, οι οποίοι συνεργάζονται με επαγγελματίες των επιχειρήσεων που εξαγοράζει. Η αποστολή τους είναι να εντοπίζουν λειτουργικά εμπόδια και να αναπτύσσουν τεχνολογικές λύσεις που απλοποιούν τις διαδικασίες και αυξάνουν την αποδοτικότητα.
Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στη Thrive. Επενδυτικά κεφάλαια όπως η Lightspeed Venture Partners στρέφονται επίσης σε εξαγορές παραδοσιακών επιχειρήσεων με στόχο την ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης.

Puck Building στη Νέα Υόρκη έδρα της Thrive Capital
Από τις νεοφυείς στην τεχνητή νοημοσύνη στις καθιερωμένες εταιρείες
Ο Τζος Κούσνερ, αδελφός του Τζάρεντ Κούσνερ (γαμπρού και στενού συνεργάτη του Ντόναλντ Τραμπ), ίδρυσε την Thrive Capital το 2009. Η εταιρεία διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία άνω των 65 δισ. δολαρίων και έχει επενδύσει σε επιχειρήσεις όπως η OpenAI, η Databricks και η Wiz. Παράλληλα, μέσω της Thrive Eternal, ο Κούσνερ επενδύει σε περιουσιακά στοιχεία όπως αθλητικές ομάδες και συλλεκτικά αντικείμενα, τα οποία θεωρεί λιγότερο εκτεθειμένα στην τεχνολογική αυτοματοποίηση.
Η εξαγορά της ADT αποτυπώνει έτσι μια ευρύτερη μετατόπιση: η επενδυτική αξία της τεχνητής νοημοσύνης δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία νέων τεχνολογικών προϊόντων, αλλά και στη δυνατότητα μετασχηματισμού επιχειρήσεων που λειτουργούν εδώ και δεκαετίες. Το ζητούμενο για τη Thrive είναι να αποδείξει ότι η τεχνολογία μπορεί να ανανεώσει μια παραδοσιακή δραστηριότητα χωρίς να υπονομεύσει το βασικό της πλεονέκτημα: την εμπιστοσύνη των πελατών.





































