Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ ξέφυγαν από το μοτίβο που θέλει το εκάστοτε κυβερνών κόμμα να καταγράφει στο μέσο της θητείας του μία μικρότερη ή μεγαλύτερη, αλλά εντούτοις αναμενόμενη φθορά.
Την 3η Νοεμβρίου 2026 το Ρεπουμπλικανικό κόμμα έχασε πολιτείες που θεωρούνται πολιτικά «κάστρα» του. Ειδικότερα, η φθορά δεν περιορίστηκε σε πολιτείες με ιστορικά ισορροπημένο εκλογικό σώμα και αναμενόμενες εκλογικές εναλλαγές. Αντιθέτως, επεκτάθηκε και σε πολιτείες όπου το Ρεπουμπλικανικό κόμμα θεωρούσε την κυριαρχία του δεδομένη.
Μερικά παραδείγματα τέτοιων πολιτειών είναι το Τέξας, η Νότια Καρολίνα και βέβαια το Κάνσας, που δεν είχε εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.
Η ανατροπή στα πολιτικά κάστρα των Ρεπουμπλικανών υποδεικνύει ότι σημαντικό και κρίσιμο ποσοστό των ψηφοφόρων τους είτε απείχαν από τις εκλογές, είτε συμμετείχαν αλλά δεν τους ψήφισαν.
Το κυβερνών κόμμα δεν θεωρήθηκε απλώς υπεύθυνο για την εμπλοκή των ΗΠΑ σε μία πολεμική επιχείρηση, την οποία οι επικριτές του θεωρούν χωρίς στρατηγική εξόδου. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η πολεμική εμπλοκή με τον Ιράν οδήγησε σε εκτίναξη των τιμών των καυσίμων με τις γνωστές αλυσιδωτές επιπτώσεις στην ακρίβεια που βιώνουν καθημερινά οι Αμερικανοί καταναλωτές.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν το εύρος του φαινομένου. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Αυτοκινητιστών (AAA), η μέση εθνική τιμή της βενζίνης ήταν 2,98 δολάρια ανά γαλόνι την ημέρα έναρξης του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου, και διαμορφώθηκε στα 4,15 δολάρια στις 3 Νοεμβρίου, ημέρα των εκλογών, δηλαδή αύξηση περίπου 40%, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ σε ημέρα ενδιάμεσων εκλογών. Το ντίζελ, το οποίο καθορίζει το μεταφορικό κόστος των αγαθών, κόστιζε 6,29 δολάρια ανά γαλόνι την ημέρα των ενδιάμεσων εκλογών έναντι 3,68 δολαρίων πριν από ένα έτος, σημειώνοντας αύξηση 70%.
Η μετάδοση της αύξησης στο κόστος διαβίωσης είναι εμφανής. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή του Σεπτεμβρίου, όπως δημοσιεύθηκε από το Bureau of Labor Statistics, κατέγραψε ετήσιο πληθωρισμό 3,7%, από 3,4% τον Αύγουστο, ενώ οι τιμές της βενζίνης αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από το ήμισυ της μηνιαίας αύξησης του γενικού δείκτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί τα τρόφιμα και την ενέργεια, διαμορφώθηκε στο 2,6%, γεγονός που υποδεικνύει ότι η πίεση στο κόστος ζωής μπορεί να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην ενέργεια.
Σύμφωνα με εκτίμηση του οίκου Moody’s, η πολεμική εμπλοκή με το Ιράν έχει κοστίσει στην τυπική αμερικανική οικογένεια περίπου 2.000 δολάρια, εκ των οποίων περίπου 1.100 δολάρια αφορούν το αυξημένο ενεργειακό κόστος, συμπεριλαμβανομένων των λογαριασμών θέρμανσης.
Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που η ακρίβεια γράφει εκλογική ιστορία.
Για παράδειγμα, η μεγάλη ενεργειακή κρίση του 1973 εκτίναξε τις τιμές της ενέργειας και, σε συνδυασμό με τον υψηλό πληθωρισμό, οδήγησε τις ΗΠΑ σε ύφεση. Στις ενδιάμεσες εκλογές του 1974 οι Δημοκρατικοί κέρδισαν 49 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων από τους Ρεπουμπλικάνους, με το Watergate να αποτελεί έτερο καθοριστικό παράγοντα. Ενδεικτικά, ακόμη και η έδρα του Τζέραλντ Φορντ στο Μίσιγκαν, η οποία θεωρούνταν σταθερά Ρεπουμπλικανική, κατακτήθηκε από Δημοκρατικό υποψήφιο.
Λίγα χρόνια μετά, η ενεργειακή κρίση του 1979 και ο πληθωρισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο σε περίπου 13,5% το 1980, συνέβαλαν, μεταξύ άλλων παραγόντων, στην ήττα του εν ενεργεία Δημοκρατικού προέδρου Τζίμι Κάρτερ από τον Ρόναλντ Ρίγκαν, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι κέρδισαν και τον έλεγχο της Γερουσίας.
Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2006, με την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράκ και τις τιμές της βενζίνης να έχουν αυξηθεί σημαντικά κατά τους προηγούμενους μήνες, οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Η ακρίβεια φαίνεται λοιπόν να λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων που μπορούν να ανατρέψουν ακόμη και ό,τι θεωρείται εκλογικά δεδομένο. Οι ψηφοφόροι είναι και καταναλωτές. Η ικανότητα της ακρίβειας να ρυθμίζει την ψήφο του δυσαρεστημένου καταναλωτή φαίνεται να είναι μεγάλη και, φυσικά, δεν περιορίζεται μόνο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.
Γεώργιος Μπάλτας
Καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών







































