Το αποκαλούν «Fonzi»: ένα χρηματοοικονομικό σκάνδαλο δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο έχει εξανεμίσει τις αποταμιεύσεις μισού εκατομμυρίου Τούρκων, έχει εξοργίσει τον πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και έχει κλονίσει συθέμελα την κυβέρνησή του.
Πρόκειται για μια κρίση επενδυτικού ταμείου ύψους 20 δισ. δολαρίων, με την ονομασία του να αποτελεί συνδυασμό της τουρκικής λέξης για το ταμείο και μιας αναφοράς στα σχήματα Πόντσι (Ponzi).
«Η διεθνής κοινότητα δεν έχει αντιληφθεί πλήρως την έκταση όσων συμβαίνουν· πρόκειται για το κυρίαρχο θέμα της δημόσιας συζήτησης στη χώρα», δηλώνει ο Ατίλα Γεσιλάντα της GlobalSource Partners, συμβουλευτικής εταιρείας με έδρα την Κωνσταντινούπολη, στους Financial Times.
Το σκάνδαλο Fonzi έχει κλονίσει την εμπιστοσύνη στην ήδη δοκιμαζόμενη τουρκική οικονομία των 1,8 τρισ. δολαρίων, την ώρα που η Άγκυρα θεωρείται από τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ ολοένα και σημαντικότερο ανάχωμα απέναντι στην αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τον ρωσικό αναθεωρητισμό.
Περισσότεροι από 455.000 μικροεπενδυτές, οι οποίοι παρασύρθηκαν στα συγκεκριμένα επενδυτικά ταμεία με την προσδοκία αποδόσεων της τάξης του 1.000%, κινδυνεύουν να χάσουν τις αποταμιεύσεις τους.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα σκάνδαλα, όπως η απάτη του Μπέρναρντ Μάντοφ, η κρίση Fonzi στην Τουρκία φέρεται να φτάνει έως τα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης.
Για τους επικριτές της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και πρόσωπα εντός της ίδιας της κυβέρνησης, αποτελεί σύμπτωμα ενός παγιωμένου πλέον συστήματος ευνοιοκρατίας, το οποίο έχει αποδυναμώσει τους τουρκικούς θεσμούς έπειτα από 24 χρόνια ολοένα και πιο συγκεντρωτικής διακυβέρνησης, ακριβώς τη στιγμή που τα ερωτήματα γύρω από τη διαδοχή του Ερντογάν στην πολιτική ηγεσία έρχονται στο προσκήνιο.
Μια πρώτη ένδειξη του σκανδάλου είχε δοθεί μήνες πριν από την έκρηξή του, όταν βουλευτής της αντιπολίτευσης έθεσε ένα αιχμηρό ερώτημα στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Οι κεφαλαιαγορές της Τουρκίας έχουν μετατραπεί σε «βάλτο», δήλωσε η Αγιούτσε Τουρκές Τας, προσθέτοντας ότι οι επενδυτές πέφτουν θύματα εξαπάτησης μέσω «τεχνικών συγκέντρωσης κεφαλαίων, συναλλαγών μεταξύ συνδεδεμένων μερών και χειραγώγησης της αγοράς».
Ζήτησε να μάθει γιατί δεν λαμβάνονταν μέτρα, επισημαίνοντας ότι ανάλογη προειδοποίηση είχε διατυπώσει ακόμη και ο υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας. Οι βουλευτές του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, γνωστού στην Τουρκία ως AKP, απέρριψαν το ερώτημα.
Ένας εξ αυτών υποστήριξε ότι οι διαταραχές στην αγορά αντιμετωπίζονται «με αποφασιστικότητα».
Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η «χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική» του οράματος του Ερντογάν για τον «τουρκικό αιώνα» είναι «στέρεη», προκαλώντας επευφημίες από τα κυβερνητικά έδρανα. Η πρόταση της αντιπολίτευσης για τη διεξαγωγή έρευνας απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες.
Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση, η οποία έχει καταγραφεί στα πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης, σημειώθηκε τον Δεκέμβριο. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, ο κατάλογος των προσώπων του κατεστημένου που εμπλέκονται στο σκάνδαλο διευρύνεται σχεδόν καθημερινά.
Μεταξύ όσων έχουν συλληφθεί και προφυλακιστεί περιλαμβάνονται ο πρώην επικεφαλής του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης, ο πρώην σύμβουλος της προεδρίας στον οποίο αποδίδεται η επινόηση του προεκλογικού συνθήματος του Ερντογάν «τουρκικός αιώνας», ένας πρώην πρεσβευτής στον ΟΟΣΑ, ένας πρώην υποδιοικητής της κεντρικής τράπεζας, καθώς και ο πρώην διευθύνων σύμβουλος και ο πρώην αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Türkiye Sigorta, της μεγαλύτερης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων της Τουρκίας, η οποία ελέγχεται από κρατικό επενδυτικό ταμείο υπό την προεδρία του Ερντογάν.
Οι έρευνες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα καταγγελιών, από δωροδοκία και χειραγώγηση της αγοράς έως κατάχρηση εξουσίας και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Ορισμένοι από τους υπόπτους αρνούνται ότι έχουν διαπράξει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, ενώ άλλοι δεν έχουν προβεί σε δημόσια τοποθέτηση σχετικά με τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.
Παράλληλα, και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη έχουν απομακρυνθεί από τις θέσεις τους. Δύο διαδοχικοί επικεφαλής της τουρκικής εποπτικής αρχής κεφαλαιαγοράς, της SPK, έχασαν τις θέσεις τους, με τον έναν να επικαλείται λόγους υγείας, ενώ ένας υφυπουργός Οικονομικών συνταξιοδοτήθηκε μετά τη σύλληψη του γαμπρού του. Στο υψηλότερο επίπεδο της πολιτικής ιεραρχίας, η αντιπρόεδρος του AKP, Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, υπέβαλε την παραίτησή της.
Ο οργισμένος Ερντογάν δήλωσε ότι η κρίση αντιμετωπίζεται «με χειρουργική ακρίβεια». Ωστόσο, τα στελέχη του κόμματος και οι πολιτικοί του σύμμαχοι έχουν κλονιστεί συθέμελα. Μια ισλαμιστική οργάνωση, η οποία συνήθως στηρίζει την κυβέρνηση, εξαπέλυσε δριμεία επίθεση με δισέλιδη ανακοίνωσή της, χαρακτηρίζοντας την κρίση Fonzi «όχι ατύχημα», αλλά αποτέλεσμα «συνενοχής διά της σκόπιμης παράβλεψης και ευνοιοκρατίας». Το σκάνδαλο συνοδεύτηκε, επίσης, από καταστολή των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης.
Η κρίση των επενδυτικών ταμείων «δεν αποτελεί δυσλειτουργία του συστήματος».
«Ούτε, προφανώς, πρόκειται για την περίπτωση μερικών μεμονωμένων επίορκων. Έτσι ακριβώς λειτουργεί το σύστημα», δηλώνει ο Βόλφανγκο Πικόλι, παρατηρητής των εξελίξεων στην Τουρκία και επικεφαλής γεωπολιτικού κινδύνου στον συμβουλευτικό όμιλο Consello.
«Πρόκειται για μια ιστορία θεσμικής αποσάθρωσης, για εποπτικές αρχές που σταδιακά έχουν απογυμνωθεί από την ουσιαστική τους υπόσταση».

Απόδοση 4.000%
Ο Αλιτζάν Μορντάλγκα είναι ένας από τους εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκους που σήμερα μετανιώνουν για την απόφασή τους να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις μιας ολόκληρης ζωής – στη δική του περίπτωση, περίπου 6 εκατ. τουρκικές λίρες (120.000 δολάρια) – σε ένα από τα επενδυτικά ταμεία Fonzi. Όπως πολλοί άλλοι, είχε δει το καλαίσθητο διαφημιστικό υλικό που προωθούσαν προσωπικότητες όπως ο Εμρέ Τεζμέν, ο 53χρονος ιδρυτής του ομίλου Tera, του οποίου η χρηματιστηριακή εταιρεία και τα επενδυτικά ταμεία βρίσκονται στο επίκεντρο του σκανδάλου.
«Τα ταμεία εποπτεύονταν από τις αρμόδιες αρχές… δεν επρόκειτο για κάποιες παράνομες δραστηριότητες στο περιθώριο της αγοράς. Εμπιστεύτηκα, λοιπόν, το πλαίσιο αυτό, όπως θα έκανε κανείς και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα», λέει ο Μορντάλγκα. «Δεν νομίζω ότι κανείς μπορούσε να φανταστεί πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο».
Ο Τεζμέν, γιος πρώην πολιτικού που διετέλεσε πρόεδρος της Turkish Airlines τη δεκαετία του 1990, ίδρυσε την Tera το 2005 και τη μετέτρεψε σε έναν εκτεταμένο χρηματοοικονομικό όμιλο.
Οι αποδόσεις που υποσχόταν η χρηματιστηριακή εταιρεία του στους υποψήφιους επενδυτές ήταν εξωπραγματικές. Σύμφωνα με εταιρικές παρουσιάσεις, το βασικό της επενδυτικό ταμείο, το TLY, κατέγραψε απόδοση 4.233% το 2025, έναντι μόλις 13% για το Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης.
Σε αφιέρωμα που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 στην τουρκική έκδοση του περιοδικού Gentleman, ενός περιοδικού πολυτελούς τρόπου ζωής που παρουσιάζει προσωπικότητες του επιχειρηματικού κόσμου, ο δισεκατομμυριούχος είχε προβλέψει ότι η χρονιά θα ήταν γεμάτη «ευκαιρίες», καθώς «οι σπόροι που είχαμε φυτέψει νωρίτερα θα απέδιδαν καρπούς».
Αποκάλυψε, επίσης, με μάλλον αναμενόμενο τρόπο, ότι το πρώτο ερέθισμα για να ασχοληθεί με τον χρηματοοικονομικό κλάδο ήταν η ταινία Wall Street του 1987, στην οποία ο κεντρικός χαρακτήρας εκστομίζει την περιβόητη φράση: «Η απληστία… είναι καλή».
Το κόλπο
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι δραστηριότητες της Tera που βρίσκονται σήμερα στο μικροσκόπιο των ερευνητών παρουσιάζουν μια ανησυχητική ομοιότητα με τα σχήματα χειραγώγησης μετοχών τύπου «pump and dump» («τεχνητή άνοδος και μαζική πώληση») που έχουν καταγραφεί στην ιστορία των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως οι διαβόητοι «χειριστές ομάδων μετοχών» της Wall Street κατά τη θυελλώδη δεκαετία του 1920.
Στην ουσία, τα επενδυτικά ταμεία Fonzi συγκέντρωναν μεγάλα μερίδια σε εταιρείες με τις οποίες συνδέονταν, ωθώντας προς τα πάνω τις τιμές των μετοχών τους και διογκώνοντας έτσι την καθαρή αξία ενεργητικού των ίδιων των ταμείων. Οι εντυπωσιακές αποδόσεις προσέλκυαν νέους επενδυτές, τα κεφάλαια των οποίων επέτρεπαν στα ταμεία να αγοράζουν εκ νέου τις ίδιες ή συνδεδεμένες μετοχές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με αναλυτές, εκδίδονταν επίσης εταιρικά ομόλογα, με σκοπό τη χρηματοδότηση πρόσθετων αγορών μετοχών ή την εξασφάλιση ρευστότητας για την έξοδο επενδυτών.
Το παράδειγμα
Η πορεία της Özata Denizcilik, μιας ναυπηγικής εταιρείας, αποτυπώνει ανάγλυφα τον τρόπο λειτουργίας αυτού του μηχανισμού.
Όταν εισήχθη στο χρηματιστήριο το 2024, με χρηματιστηριακή αξία περίπου 200 εκατ. δολαρίων, λιγότερο από το ένα πέμπτο των μετοχών της διαπραγματευόταν ελεύθερα στην αγορά.
Τον Απρίλιο, τα επενδυτικά ταμεία της Tera άρχισαν να συσσωρεύουν μετοχές της Özata, σε τιμή περίπου 281 τουρκικών λιρών. Έως τα τέλη Αυγούστου, τα ταμεία είχαν αποκτήσει σχεδόν το 96% των διαθέσιμων προς διαπραγμάτευση μετοχών της εταιρείας, ωθώντας την τιμή τους ολοένα υψηλότερα, μέχρι που έφτασε στο ιστορικό υψηλό των σχεδόν 5.000 λιρών στα μέσα Σεπτεμβρίου, απόδοση 1.600% μέσα σε μόλις πέντε μήνες.
Η SPK, η εποπτική αρχή κεφαλαιαγοράς της Τουρκίας, έχει έκτοτε υποβάλει μηνυτήριες αναφορές σε βάρος 11 προσώπων, μεταξύ των οποίων και ο Τεζμέν, για υποψίες χειραγώγησης της μετοχής της Özata.
Ο Τεζμέν, ο οποίος έχει προφυλακιστεί, αρνείται οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια.
Το γεγονός ότι ορισμένα τμήματα της τουρκικής αγοράς έμοιαζαν να έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα δεν αποτελούσε μυστικό. Η Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τουρκίας, στην οποία συμμετέχουν ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ και ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας, είχε συζητήσει το πρόβλημα ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο. Σύμφωνα με ανακοίνωση που εξέδωσε αργότερα η SPK, η επιτροπή είχε εκφράσει τότε ανησυχία ότι «ορισμένες εταιρείες διαχείρισης χαρτοφυλακίων […] προκαλούσαν διακυμάνσεις στις τιμές […] οι οποίες δεν μπορούσαν να εξηγηθούν από τα οικονομικά δεδομένα».
Ορισμένες προειδοποιήσεις ήταν ακόμη πιο σαφείς. Ο Ραμαζάν Μπασάκ, πρώην υποδιοικητής της τουρκικής υπηρεσίας καταπολέμησης οικονομικού εγκλήματος Masak, υποστηρίζει ότι είχε επανειλημμένα ενημερώσει τις αρχές για ύποπτες συναλλαγές, χωρίς να εισακουστεί.
Τον Απρίλιο τέθηκε υπό κράτηση, με την υποψία ότι διέδιδε «παραπλανητικές πληροφορίες», αφού είχε αμφισβητήσει ορισμένες από τις αστρονομικές αποδόσεις της Tera. Στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος και αρνείται ότι διέπραξε οποιαδήποτε παράνομη πράξη.
Προειδοποιήσεις είχαν απευθύνει και διεθνείς επενδυτές. Τον Ιούνιο, ο πάροχος χρηματιστηριακών δεικτών MSCI επισήμανε ότι η «συντονισμένη συμπεριφορά στις συναλλαγές» ενδέχεται να προκαλούσε στρεβλώσεις στις χρηματιστηριακές τιμές. Οι πιο έμπειροι Τούρκοι επενδυτές παρακολουθούσαν όσα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια όλων.
«Αυτό που με εκπλήσσει είναι ότι αυτές οι αντικανονικές συναλλαγές δεν ήταν κρυμμένες σε κάποια εσωτερικά συστήματα εποπτείας. Μεγάλο μέρος των σχετικών στοιχείων ήταν δημόσια διαθέσιμο», δηλώνει ο Τζενκ Γκιουλτεκίν, συνιδρυτής της πλατφόρμας ανάλυσης κρυπτονομισμάτων Coinradar. «Οι προειδοποιητικές ενδείξεις ήταν εκεί […] αλλά δεν οδήγησαν σε έγκαιρη παρέμβαση».
Η φούσκα έσκασε στα τέλη Αυγούστου, όταν μια αλλαγή στους κανόνες για την ελεύθερη διασπορά των μετοχών ανέτρεψε απότομα τον μηχανισμό δημιουργίας υπεραξιών. Στις 15 Σεπτεμβρίου, η εταιρεία διαχείρισης επενδύσεων Pusula Portföy ανακοίνωσε ότι ορισμένα από τα ταμεία της αδυνατούσαν να ικανοποιήσουν αιτήματα εξαγοράς μεριδίων από επενδυτές. Ο συναγερμός εξαπλώθηκε γρήγορα. Άλλοι επενδυτές έσπευσαν να πουλήσουν, εκδηλώθηκε μαζική φυγή κεφαλαίων από τα επενδυτικά ταμεία και η αγορά κατέρρευσε.
«Κανένα σχήμα Πόντσι δεν καταρρέει από φυσικά αίτια. Είτε οι εποπτικές αρχές πατούν τη σκανδάλη είτε οι επενδυτές. Στη δική μας περίπτωση, ήταν οι επενδυτές», δηλώνει ο Κερίμ Ρότα, οικονομολόγος που παρακολουθεί στενά την κρίση Fonzi.
Ενδεικτικό του μεγέθους της πτώσης των μετοχών είναι το γεγονός ότι η Özata, η ναυπηγική εταιρεία, διαπραγματεύεται πλέον στις 170 τουρκικές λίρες, καταγράφοντας απώλειες 98% από το υψηλό της.
Σε μια κίνηση με εξαιρετικά εύστοχο χρονισμό, η Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, αντιπρόεδρος του AKP που έκτοτε παραιτήθηκε, και ο σύζυγός της πούλησαν τις 400.000 μετοχές της Özata που κατείχαν προτού καταρρεύσει η αγορά. Η Καγιά υποστηρίζει ότι στη συνέχεια επέστρεψε οικειοθελώς περισσότερα από 2 δισ. τουρκικές λίρες —περίπου 40 εκατ. δολάρια— από τα κέρδη που αποκόμισε από χρηματιστηριακές συναλλαγές, ενώ αρνείται ότι είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες ή ότι διέπραξε οποιαδήποτε παράνομη πράξη.
Τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Özata, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρός του, έχουν προφυλακιστεί στο πλαίσιο της ευρύτερης έρευνας για την υπόθεση Fonzi και τη χειραγώγηση της αγοράς. Η εταιρεία έχει δηλώσει ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν συνιστούν απόδειξη ενοχής, ότι είναι έτοιμη να προσβάλει τις προφυλακίσεις ενώπιον των δικαστηρίων και ότι οι δικές της δραστηριότητες παραμένουν ανεπηρέαστες.

Πόσο ψηλά έφτανε η υπόθεση;
Οι τουρκικές αρχές καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν το δύσκολο έργο της αποκατάστασης της ζημιάς.
Στις 17 Σεπτεμβρίου, μία ημέρα μετά τη χρηματιστηριακή κατάρρευση, η Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας απάντησε με μια συντονισμένη δέσμη έκτακτων μέτρων. Σε αυτά περιλαμβάνονταν η αναστολή των συναλλαγών, η εκκαθάριση 131 επενδυτικών ταμείων με συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 20 δισ. δολαρίων, καθώς και η αύξηση της ρευστότητας σε τουρκικές λίρες από την κεντρική τράπεζα, προκειμένου να περιοριστούν οι αναγκαστικές πωλήσεις τίτλων.
«Θέσαμε την προβληματική περιοχή σε καραντίνα», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ, προσθέτοντας ότι αντιπροσώπευε μόλις το 10% του κλάδου των επενδυτικών ταμείων στην Τουρκία και δεν συνιστούσε συστημική απειλή. Το σημαντικότερο, όπως υποστήριξε, ήταν ότι οι ανήσυχοι επενδυτές δεν είχαν σπεύσει μαζικά να μετατρέψουν τις αποταμιεύσεις τους σε δολάρια. Η συναλλαγματική ισοτιμία παρέμενε σταθερή.
Αφού εκτονώθηκε η χρηματοπιστωτική αναταραχή, ο Ερντογάν τοποθετήθηκε για πρώτη φορά δημόσια μία εβδομάδα αργότερα. Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, δήλωσε ότι η τουρκική οικονομία είναι «ανθεκτική» και ότι όσοι «εμπλέκονται σε σχήματα χειραγώγησης» θα λογοδοτήσουν.
Στο εσωτερικό της χώρας, ωστόσο, η υπόθεση εξακολουθεί να εξελίσσεται, με δύο κρίσιμα ερωτήματα να παραμένουν μέχρι στιγμής αναπάντητα: Γιατί οι αρχές, ενώ γνώριζαν για την προφανή χειραγώγηση των τιμών των μετοχών, επέτρεψαν στη φούσκα να διογκώνεται επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; Και, εφόσον υπήρξε συμπαιγνία, μέχρι ποιο επίπεδο της κρατικής και πολιτικής ιεραρχίας έφτανε;
Πολλοί Τούρκοι, μεταξύ των οποίων και κυβερνητικοί αξιωματούχοι, εκφράζουν έντονη οργή. Ο αναπληρωτής επικεφαλής του AKP για οικονομικά θέματα, εταιρείες του οποίου υπέστησαν ζημιές από την κρίση Fonzi, έχει καταγγείλει «κατάφωρη αμέλεια» και κατάχρηση εξουσίας. Στην κριτική έχουν προστεθεί και αρθρογράφοι φιλοκυβερνητικών εφημερίδων. Ένας εξ αυτών κάλεσε την κομματική ηγεσία να βγει από την «άνεση των γραφείων της» και να ξανασυνδεθεί με τους ψηφοφόρους, οι οποίοι έχουν κουραστεί από τις «ωραιοποιημένες διατυπώσεις».
Καθώς η καταναλωτική εμπιστοσύνη κατέρρευσε, υποχωρώντας κατά 8% μόνο τον Οκτώβριο, ιδιωτική δημοσκόπηση που φέρεται να παραδόθηκε στον Ερντογάν έδειξε ότι η δημοτικότητα του AKP είχε μειωθεί κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μόλις έναν μήνα, σύμφωνα με τον πρώην βουλευτή του κόμματος, Σαμίλ Ταϊγιάρ.
Οι δημοσκοπήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι επόμενες προεδρικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως το 2028. Θεωρείται ευρέως ότι ο 72χρονος Ερντογάν θα βρει τρόπο να διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία. Ωστόσο, ο συνταγματικός περιορισμός που απαγορεύει την εκλογή του για τρίτη προεδρική θητεία έχει πυροδοτήσει εικασίες σχετικά με το ποιος θα μπορούσε τελικά να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Τουρκίας. Ο Αϊντίν Ουνάλ, πιστός υποστηρικτής του Ερντογάν και πρώην συντάκτης των προεδρικών ομιλιών, προειδοποίησε με νόημα ότι το σκάνδαλο ενδέχεται να αποτελεί «παγίδα» σε βάρος του Ερντογάν, την οποία έχουν στήσει αντίπαλες φατρίες «εκ των έσω».
Την ίδια ώρα, οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξανόμενες πιέσεις. Στις 14 Οκτωβρίου, η αστυνομία πραγματοποίησε έφοδο στο Halk TV, ένα από τα τηλεοπτικά ειδησεογραφικά δίκτυα με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση στην Τουρκία, επικαλούμενη ξεχωριστή έρευνα για υπόθεση διαφθοράς. Στη συνέχεια, διορίστηκε κρατικός διαχειριστής για να αναλάβει τη διοίκηση του σταθμού, ο οποίος είχε καλύψει εκτενώς το σκάνδαλο Fonzi.
Οι ενέργειες αυτές ακολούθησαν τον αποκλεισμό, δύο εβδομάδες νωρίτερα, του T24, ενός έγκριτου ανεξάρτητου ειδησεογραφικού ιστότοπου, για άσχετους με την υπόθεση λόγους.
Σύμφωνα με την IFOD, οργάνωση παρακολούθησης και προάσπισης των ψηφιακών δικαιωμάτων, μέσα σε μόλις δύο μήνες έχουν επίσης αποκλειστεί περισσότεροι από 2.000 λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην Τουρκία, σχεδόν οι μισοί από το σύνολο των λογαριασμών που τέθηκαν εκτός λειτουργίας στη χώρα κατά τη δεκαετία 2015 – 2025.
«Μόνο οι δικτάτορες πραγματοποιούν εφόδους σε τηλεοπτικούς σταθμούς τα χαράματα και διορίζουν κρατικούς διαχειριστές», δήλωσε ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Οζγκιούρ Οζέλ, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει το σκάνδαλο Fonzi «κλοπή του αιώνα», μετά την παρέμβαση στο Halk TV. «Την ώρα που η κοινή γνώμη απαιτεί να αποδοθούν ευθύνες για το σκάνδαλο των επενδυτικών ταμείων […] εκείνοι προχωρούν σε αυτές τις ενέργειες».

Οι συνέπειες
Η απάτη και οι κερδοσκοπικές φούσκες είναι τόσο παλιές όσο και η ίδια η χρηματοοικονομική δραστηριότητα. Η φούσκα της Νότιας Θάλασσας του 1720, ένα από τα διαβόητα κερδοσκοπικά σχήματα στην ιστορία, έσκασε μόλις λίγους μήνες αφότου το βρετανικό κοινοβούλιο ψήφισε τον αποκαλούμενο Νόμο περί Φούσκας (Bubble Act), μια νομοθετική πρωτοβουλία που υποτίθεται ότι αποσκοπούσε στον περιορισμό των υπερβολών της κερδοσκοπίας.
«Η αρχική σημασία της λέξης “φούσκα” είναι η απάτη», λέει ο Έντουαρντ Τσάνσελορ, συγγραφέας του βιβλίου Devil Take the Hindmost, μιας ιστορικής αναδρομής στη χρηματοοικονομική κερδοσκοπία.
«Επιπλέον, ένα από τα συνήθη χαρακτηριστικά των μεγάλων κερδοσκοπικών φουσκών είναι ότι αναπτύσσονται με έναν βαθμό υποστήριξης από την άρχουσα τάξη. Όταν σκάνε, ακολουθούν πάντοτε πολιτικές αντιδράσεις και αντίποινα».
Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και στην Τουρκία. Ο Ερντογάν έχει ορκιστεί ότι θα αποδοθούν ευθύνες και ότι «θα πέσουν κεφάλια». «Όσοι αποκόμισαν παράνομα και υπέρογκα κέρδη» θα λογοδοτήσουν ενώπιον της Δικαιοσύνης, δήλωσε με αυστηρό ύφος σε συνεδρίαση του AKP στις 21 Οκτωβρίου. «Δεν προστατεύουμε όσους αδικούν τον λαό μας».
Σε συμφωνία με τις διακηρύξεις του, περισσότεροι από 400 άνθρωποι βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με δικαστικές διαδικασίες, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι στιγμής περισσότερες από 100 συλλήψεις.
Έως το τέλος του έτους αναμένεται να παραδοθεί στον Ερντογάν έκθεση κρατικού ελέγχου για τα γεγονότα. Σε μια δυσοίωνη προειδοποίηση, ο υπουργός Δικαιοσύνης Ακίν Γκιουρλέκ έκανε αυτή την εβδομάδα λόγο για μια «εκτεταμένη εγκληματική οργάνωση», η οποία φτάνει «στα ανώτατα κλιμάκια της [τουρκικής] χρηματοοικονομικής γραφειοκρατίας».
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση έχει δρομολογήσει την καταβολή αποζημιώσεων έως 1 εκατ. τουρκικών λιρών ανά επενδυτή και ανά επενδυτικό ταμείο για όσους υπέστησαν ζημιές, ενώ έχει δημιουργήσει έναν «λογαριασμό μεταμέλειας», στον οποίο όσοι αποκόμισαν εξαιρετικά υψηλά κέρδη μπορούν να επιστρέψουν οικειοθελώς τα ποσά που εισέπραξαν.
Οι επικριτές επισημαίνουν ότι το σύστημα αυτό στερείται διαφάνειας και ενδέχεται να επιτρέψει τόσο στους υπαιτίους όσο και στην κυβέρνηση να συγκαλύψουν την υπόθεση και να την οδηγήσουν στη λήθη.
«Πρόκειται για την πολιτική τακτική που το AKP ακολουθεί ανέκαθεν στο παρελθόν. Κινείται γρήγορα, θυσιάζει ορισμένα πρόσωπα για να διασώσει τα υπόλοιπα, συγκροτεί μια επιτροπή έρευνας και στη συνέχεια διακηρύσσει ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί», λέει ο Πικόλι. «Δεν βλέπω κανέναν λόγο για τον οποίο μια τακτική που έχει αποδώσει στο παρελθόν δεν θα μπορούσε να αποδώσει ξανά».
Οι οικονομικές επιπτώσεις του σκανδάλου, ωστόσο, ενδέχεται να είναι δυσκολότερο να παραμεριστούν.
Η τουρκική οικονομία, η οποία δοκιμάζεται από πληθωρισμό της τάξης του 30% και δυσβάσταχτο κόστος δανεισμού που υπερβαίνει το 40%, έχει ανάγκη από κεφάλαια, ακριβώς τη στιγμή που τα υψηλότερα διεθνή επιτόκια απειλούν να καταστήσουν την εξεύρεσή τους ακόμη δυσκολότερη.
Κατά τους τελευταίους δύο μήνες, ωστόσο, το χρηματιστήριο έχει υποχωρήσει κατά περίπου ένα τρίτο, χάνοντας χρηματιστηριακή αξία της τάξης των 100 δισ. δολαρίων. Παράλληλα, σύμφωνα με χρηματοοικονομικούς αναλυτές, οι νεοσύστατες αγορές εταιρικών ομολόγων της Τουρκίας δέχονται ισχυρές πιέσεις.
Τα καθαρά συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας έχουν μειωθεί κατά περισσότερα από 30 δισ. δολάρια από την έναρξη της κρίσης, υποχωρώντας στα 38 δισ. δολάρια, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Bürümcekçi Research, συμβουλευτικής εταιρείας με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, η Τουρκία κατατάσσεται στην 117η θέση μεταξύ 143 χωρών στον δείκτη του World Justice Project για το κράτος δικαίου, με επιχειρηματικούς παράγοντες να επισημαίνουν ότι οι θεσμικές αυτές αδυναμίες εξακολουθούν να λειτουργούν αποτρεπτικά για τις επενδύσεις.
«Δεν μπορούμε να πούμε ότι τα πηγαίνουμε άσχημα, αλλά σίγουρα δεν τα πηγαίνουμε καλά», δήλωσε εμφανώς απογοητευμένος επιχειρηματίας σε πρόσφατο επιχειρηματικό συνέδριο στο Ελαζίγ, προπύργιο του AKP στην ανατολική Τουρκία.
Η κρίση ενδέχεται, πάντως, να έχει και μια θετική πλευρά. Μια εκ βάθρων εξυγίανση του εποπτικού πλαισίου θα μπορούσε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να αναζωπυρώσει τα σχέδια που προβάλλονται εδώ και χρόνια για τη μετατροπή της Κωνσταντινούπολης σε διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο. Όπως έχει παρατηρήσει με φιλοσοφική διάθεση ο Σιμσέκ: «Μία ατυχία αξίζει όσο χίλιες συμβουλές».
Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή αποτελεί πενιχρή παρηγοριά για τους σχεδόν μισό εκατομμύριο Τούρκους και τις οικογένειές τους που έχουν πληγεί άμεσα από το σκάνδαλο Fonzi. «Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ ξανά να εμπιστευτώ το τουρκικό χρηματιστήριο», λέει ο Μορντάλγκα. Η απογοήτευσή του συμπυκνώνει ίσως τη μεγαλύτερη απώλεια που αφήνει πίσω της η κρίση: την εμπιστοσύνη.
Το ίδιο ζήτημα είχε τεθεί στη Βουλή δέκα μήνες νωρίτερα από τη βουλευτή της αντιπολίτευσης, η οποία είχε διατυπώσει και ένα δεύτερο αιχμηρό ερώτημα: «Εάν οι αρχές διέθεταν αυτές τις πληροφορίες, γιατί δεν παρενέβησαν εγκαίρως;» είχε ρωτήσει η Τουρκές Τας. «Δεν συνιστά αυτό συνενοχή, συγκάλυψη ενός εγκλήματος;»

































