Το σχέδιο για την από κοινού προμήθεια όπλων από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. με στόχο να ενισχύσουν τον στρατό τους και την αμυντική τους γραμμή με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, παρουσίασε σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη φορά στην ιστορία της Ένωση που ευρωπαϊκά κονδύλια θα χρησιμοποιηθούν από κοινού για στρατιωτικές προμήθειες.

«Σήμερα κάνουμε ένα ιστορικό βήμα προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής ολοκλήρωσης. Καθώς ο πόλεμος μαίνεται στα σύνορα της Ευρώπης, απαντάμε στο κάλεσμα των ηγετών της Ε.Ε. παρουσιάζοντας ένα νέο εργαλείο στήριξης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για την από κοινού αγορά όπλων» τόνισε χαρακτηριστικά ο Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς, Τιερί Μπρετόν, κατά την παρουσίαση της πρότασης.

Διαβάστε επίσης: Το ΝΑΤΟ και η εθνική άμυνα: Πόσο πληρώνει ετησίως κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα 

Το σχέδιο

Το σχέδιο, που θα πρέπει να εγκριθεί από τα εθνικά κοινοβούλια και την Ευρωβουλή, προσφέρει οικονομικά κίνητρα για κοινοπραξίες τουλάχιστον τριών κρατών μελών για την από κοινού αγορά όπλων. Οι Βρυξέλλες θα συνεισφέρουν στις προμήθειες με μια αποζημίωση της τάξεως του 10% με 15% επί του κόστους των νέων όπλων, εφόσον αγοράζονται από μια αμυντική βιομηχανία της Ε.Ε., από ένα γκρουπ κρατών μελών μέσα στην επόμενη διετία. Μάλιστα, ο χρόνος εκκίνησης της διετίας για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα ορίζεται η 24η Φεβρουαρίου 2022, η μέρα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Η πρωτοβουλία σε πρώτη φάση θα περιλαμβάνει κονδύλια ύψους 500 εκατ. ευρώ. Το ποσό φαντάζει μικρό, όμως η σκέψη είναι πως θα λειτουργήσει ως μια πρώτη δόση, καθώς αν το πρόγραμμα πάει καλά, τα κονδύλια θα αυξηθούν. Το βασικό είναι πως ιδεολογικά, πολιτικά, αλλά και νομικά θα μπει στις… ράγες η έννοια των κοινών προμηθειών όπλων από τα κράτη μέλη, δημιουργώντας νέα δεδομένα.

«Με την συμβολή του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού δημιουργούμε ένα κίνητρο για τα κράτη μέλη, πολλά από τα οποία έχουν ήδη ανακοινώσει σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, ώστε να προχωρήσουν σε αγορές από κοινού. Αυτό θα βοηθήσει στην καλύτερη αξιοποίηση του δημοσίου χρήματος και την ενίσχυση της κοινής βιομηχανικής ευρωπαϊκής βάσης» επεσήμανε ο κ. Μπρετόν. Με τις από κοινού προμήθειες όπλων θα υπάρχει καλύτερος συντονισμός των αγορών, ενώ θα αποτρέψει τις ισχυρότερες και πλουσιότερες χώρες της Ένωσης να μονοπωλήσουν τις προμήθειες όπλων της περιοχής.

Ώθηση και στην αμυντική βιομηχανία 

Εξάλλου, από την πρωτοβουλία θα ωφεληθεί και ο αμυντικός κλάδος. Στους στόχους του σχεδίου είναι και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας που θα έχει επίσης το κίνητρο να προχωρήσει σε αλλαγές και να βελτιωθεί τεχνολογικά.

Λόγω του πολέμου και των νέων δεδομένων που έφερε για την ασφάλεια της περιοχής, υπολογίζεται πως τα κράτη μέλη της περιοχής έχουν προχωρήσει σε αυξήσεις στις αμυντικές τους δαπάνες που ξεπερνούν συνολικά τα 200 δισ. ευρώ.

Το 2020, μόλις το 11% των αμυντικών προϋπολογισμών των κρατών μελών της Ε.Ε. ξοδεύονταν σε συνεργασία με άλλες κυβερνήσεις του μπλοκ, ήτοι πολύ κάτω από τον στόχο του 35% που είχαν ορίσει οι Βρυξέλλες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η στρατιωτική ανάπτυξη των κρατών μελών να μην μπορεί να συνδυαστεί και να μην είναι απαραιτήτως συμβατή όσον αφορά τα οπλικά συστήματα.

Η Κομισιόν προτείνει επίσης την θεσμοθέτηση ενός Ευρωπαϊκού Αμυντικού Επενδυτικού Προγράμματος, το οποίο θα λειτουργήσει ως βάση για την μελλοντική από κοινού ανάπτυξη στρατιωτικών project υψηλού ενδιαφέροντος για την ενίσχυση της ασφάλειας των κρατών μελών και της Ένωσης συλλογικά.

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Διεθνή
ΕΚΤ: Απορρίπτει τις εκκλήσεις των τραπεζών για χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων
Διεθνή |

Παραμένει «αυστηρή» η ΕΚΤ με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών

Αδιάλλακτη παραμένει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναφορικά με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών. Τα κεφάλαια δηλαδή που πρέπει να διακρατούν ούτως ώστε σε περίπτωση ενός οικονομικού σοκ να παραμείνουν βιώσιμες δίχως να στραφούν στις κρατικές ενισχύσεις. Μετά το 2008 και τη διάσωση των τραπεζών με τα χρήματα των φορολογουμένων, οι απαιτήσεις αυτές κατέστησαν πιο αυστηρές. […]