Reuters Brakingviews
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ονόμασαν την επίθεσή τους στο Ιράν «Επιχείρηση Επική Οργή». Τώρα που η Ουάσινγκτον υπέγραψε μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με την Τεχεράνη, η οποία δεν διασφαλίζει κανέναν από τους αρχικούς της στόχους, η επιχείρηση μοιάζει περισσότερο με μια έπικης κλίμακας ανοησία. Αν και αυτό είναι κακό για τις ΗΠΑ και τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, η σύγκρουση ανοίγει ένα στενό μονοπάτι προς έναν ασφαλέστερο κόσμο.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει μεγάλες κακουχίες και επιφέρει πολλούς κινδύνους από τη Μέση Ανατολή έως την Κίνα και τη Ρωσία. Παρόλα αυτά, η αποτυχία των Ηνωμένων Πολιτειών και του συμμάχου τους, του Ισραήλ, δείχνει ότι η επιθετικότητα εναντίον ενός ασθενέστερου αντιπάλου δεν αποδίδει πάντα. Με την Ευρώπη να αναδεικνύεται σε έναν αναπάντεχο νικητή της σύγκρουσης, μια καλύτερη παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων είναι πλέον εφικτή.
Η τρίμηνη και πλέον σύγκρουση ενδέχεται να έχει αυξήσει τρεις γεωπολιτικούς κινδύνους:
Πρώτον: Το Ιράν θα μπορούσε να βγει ισχυρότερο, έχοντας επιβιώσει από μια μαζική επίθεση εκ μέρους της παγκόσμιας υπερδύναμης. Με την Ουάσινγκτον να είναι απίθανο να επιθυμεί την επανέναρξη των εχθροπραξιών, η Τεχεράνη ενδέχεται να έχει περισσότερες ελευθερίες για να απειλήσει τους γείτονές της στον Κόλπο και το Ισραήλ.
Δεύτερον: Η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων έχει μετατοπιστεί υπέρ της Κίνας. Το Πεκίνο παρουσιάζεται ως ένας αξιόπιστος εταίρος που τηρεί το διεθνές δίκαιο, σε μια εποχή που η Ουάσινγκτον λειτουργεί ανεξέλεγκτα. Η αύξηση της επιρροής της Κίνας είναι επικίνδυνη, επειδή η Λαϊκή Δημοκρατία έχει επίσης επιδείξει ισχύ — τόσο σε εδαφικές διαφορές με τους γείτονές της, όπως η Ταϊβάν και οι Φιλιππίνες, όσο και μέσω της χρήσης οικονομικού εξαναγκασμού, μεταξύ άλλων, κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ιαπωνίας.
Τρίτον: Ο πόλεμος στο Ιράν υπήρξε ευνόησε ήπια τη Ρωσία. Η απότομη άνοδος της τιμής του πετρελαίου, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων κατά των εξαγωγών των υδρογονανθράκων της, γέμισαν προσωρινά τα ταμεία του Κρεμλίνου.

Θετικές Πλευρές
Παρά τους κινδύνους αυτούς, ο πόλεμος έχει και κάποιες θετικές πλευρές. Για αρχή, τα «φτερά» τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ισραήλ έχουν ψαλιδιστεί.
Ο Τραμπ μοιάζει όλο και περισσότερο με σβησμένο ηφαίστειο. Ο πόλεμος υπήρξε μη δημοφιλής στους ψηφοφόρους και οι αγορές προβλέψεων υποδηλώνουν τώρα ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του ενδέχεται να χάσει την οριακή πλειοψηφία του και στα δύο σώματα του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Ορισμένα Ρεπουμπλικανικά μέλη του Κογκρέσου εναντιώνονται πλέον στον πρόεδρο τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική.
Ο Τραμπ θα συνεχίσει να ωρύεται και να απειλεί. Όμως, μια περαιτέρω μεγάλης κλίμακας επιθετικότητα φαίνεται λιγότερο πιθανή. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος να εισβάλει στη Γροιλανδία, όπως απείλησε να κάνει τον Ιανουάριο, έχει μειωθεί.

Εν τω μεταξύ, το Ισραήλ θα δυσκολευτεί περισσότερο να επιτεθεί στους εχθρούς του, επειδή δεν θα μπορεί να βασίζεται τόσο πολύ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει μειωθεί σε όλο το πολιτικό φάσμα των ΗΠΑ, ως αποτέλεσμα τόσο του πολέμου στο Ιράν όσο και της σύγκρουσης στη Γάζα. Θα είναι πιο ριψοκίνδυνο για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να ξεκινήσει νέους πολέμους χωρίς ο «μεγάλος αδελφός» του να του καλύπτει τα νώτα. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός συνεχίζει να χρησιμοποιεί πολεμική ρητορική, όμως η σχέση του με τον Τραμπ έχει επιδεινωθεί και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι θα χάσει τις γενικές εκλογές που πρέπει να διεξαχθούν έως τον Οκτώβριο.
Η σύγκρουση είχε επίσης αρνητικά στοιχεία για την Ευρώπη. Η έλλειψη ενεργειακής ασφάλειας της ηπείρου αποκαλύφθηκε για άλλη μια φορά. Αφού απεξαρτήθηκε από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες, η εξάρτησή της από τον εφοδιασμό του Κόλπου δημιούργησε μια άλλη ευπάθεια. Ο Τραμπ αποδυνάμωσε επίσης περαιτέρω την αμυντική συμμαχία του ΝΑΤΟ, εξαιτίας της οργής του για την αποτυχία της Ευρώπης να στηρίξει τον πόλεμό του. Η Ουάσινγκτον έχει ξεκινήσει μια αναθεώρηση των αναπτύξεων των στρατευμάτων της στην ήπειρο.
Τούτου λεχθέντος, η Ευρώπη στάθηκε όρθια απέναντι στις πιέσεις των ΗΠΑ και η σύνοδος κορυφής της G7 την περασμένη εβδομάδα ήταν πιο αρμονική από την αντίστοιχη περσινή συγκέντρωση των κορυφαίων προηγμένων βιομηχανικών εθνών. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις —η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο— ήταν επίσης ενωμένες στην προσέγγισή τους όσον αφορά το Ιράν. Αυτό βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τις διαιρέσεις της Ευρώπης κατά τη διάρκεια των πολέμων στο Ιράκ και τη Λιβύη νωρίτερα αυτόν τον αιώνα.
Παίρνοντας αποστάσεις από τον Τραμπ, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις κέρδισαν κάποια εύσημα στον υπόλοιπο κόσμο. Πολύ συχνά, οι αναπτυσσόμενες χώρες του «Παγκόσμιου Νότου» έβλεπαν την Ευρώπη ως τον μικρό βοηθό των ΗΠΑ. Τώρα έχει μια καλύτερη ευκαιρία να συγκροτήσει μια συμμαχία «μεσαίων δυνάμεων» που δεν θα βρίσκονται πλήρως υπό την κηδεμονία είτε των Ηνωμένων Πολιτειών είτε της Κίνας.
Διαχείριση των Κινδύνων
Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι του πολέμου ενδέχεται τελικά να μην αποδειχθούν τόσο σοβαροί.
Πρώτον: Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν σχεδιάζουν να μετατρέψουν την κατάπαυση του πυρός σε μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία, βάσει της οποίας η Τεχεράνη θα λάβει 300 δισεκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις καθώς και άρση των κυρώσεων, με αντάλλαγμα κάποιους περιορισμούς στην ελευθερία της να εμπλουτίζει πυρηνικό υλικό. Αν και ο δρόμος προς οποιαδήποτε διαρκή συμφωνία είναι βέβαιο ότι θα είναι δύσβατος, το Ιράν μπορεί τελικά να συμπεράνει ότι η ευημερία και η ειρήνη είναι προτιμότερες από τη σύγκρουση.
Δεύτερον: Η Κίνα ενδέχεται να μην καταχραστεί την αυξημένη ισχύ της εισβάλλοντας στην Ταϊβάν, την οποία διεκδικεί. Ενώ μια εξασθενημένη Ουάσινγκτον είναι τώρα λιγότερο πιθανό να σπεύσει προς διάσωση της Ταϊπέι, ο πόλεμος στο Ιράν κατέστησε επίσης σαφές ότι η συντριπτική στρατιωτική ισχύς δεν εγγυάται τη νίκη, ειδικά όταν το ασθενέστερο μέρος μπορεί να εξαπολύσει σμήνη drones.
Πολλά εξαρτώνται από το αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία, όπου οι πρόσφατες επιτυχίες του Κιέβου στο πεδίο της μάχης και οι επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές ενδέχεται να αναγκάσουν τη Μόσχα σε αδιέξοδο. Αν και ο πόλεμος στο Ιράν έδωσε στη Ρωσία μια προσωρινή οικονομική ώθηση, η οικονομία της υποφέρει και τα ποσοστά δημοτικότητας του Προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν έχουν μειωθεί.
Πέρυσι, ο Τραμπ προσπάθησε να αναγκάσει την Ουκρανία σε μια κακή συμφωνία με τη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι ο Πρόεδρός της, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δεν είχε «χαρτιά» στα χέρια του. Ο Αμερικανός πρόεδρος αποδέχτηκε στη σύνοδο της G7 την περασμένη εβδομάδα ότι το Κίεβο βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση και μάλιστα συνυπέγραψε διατυπώσεις που υπόσχονται περαιτέρω πίεση στη Μόσχα. Αν και η Ουκρανία δεν μπορεί να βασιστεί στον Τραμπ, υπάρχει πλέον μικρότερος κίνδυνος να την εκφοβίσει ώστε να αποδεχτεί τους όρους της Ρωσίας.
Η ΕΕ έχει μια μεγάλη ευκαιρία να στηρίξει δυναμικά την Ουκρανία. Το σημαντικότερο πράγμα που μπορεί να κάνει είναι να χρησιμοποιήσει τα 210 δισεκατομμύρια ευρώ των παγωμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στο μπλοκ για να βοηθήσει το Κίεβο. Εάν καταφέρει να γείρει την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ της Ουκρανίας χωρίς πολλή βοήθεια από την Ουάσινγκτον, θα δείξει ότι δεν είναι ένας γεωπολιτικός νάνος. Θα περάσει επίσης ξεκάθαρα το μήνυμα ότι η επιθετικότητα δεν αποδίδει. Αυτό, σε συνδυασμό με το πισωγύρισμα του Τραμπ στο Ιράν, θα μετατόπιζε την παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων πίσω υπέρ εκείνων που πιστεύουν στη διπλωματία και το διεθνές δίκαιο.





































