Στα 238,6 δισ. ευρώ ανήλθαν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ιδιωτικού τομέα στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με σχεδόν επτά στα δέκα ευρώ να αφορούν χρέη προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Τα στοιχεία του τριμηνιαίου δελτίου του ΙΟΒΕ, με την υποστήριξη της Cepal, αποτυπώνουν το μέγεθος των συσσωρευμένων οφειλών, αλλά και τη δυσκολία είσπραξης των παλαιών χρεών.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος διαμορφώθηκε στα 420,9 δισ. ευρώ, ή στο 169% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 22,1 δισ. ευρώ σε έναν χρόνο. Σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του 2025, η αύξηση ήταν περίπου 4,1 δισ. ευρώ.
Το ΙΟΒΕ διευκρινίζει, πάντως, ότι η άνοδος προέρχεται κυρίως από την επέκταση της εξυπηρετούμενης χρηματοδότησης, εξέλιξη γενικά θετική και συμβατή με την ανάκαμψη των επενδύσεων. Δευτερευόντως οφείλεται στην περαιτέρω συσσώρευση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς το Δημόσιο.
Χρέη 166,3 δισ. ευρώ σε Εφορία και Ταμεία
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο έφτασαν συνολικά τα 166,3 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 69,7% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.
Ειδικότερα, τα χρέη προς την Εφορία διαμορφώθηκαν στα 114,5 δισ. ευρώ, με τα νομικά πρόσωπα να συγκεντρώνουν το 62% του ποσού. Οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία ανήλθαν στα 51,8 δισ. ευρώ.
Μέσα σε έναν χρόνο, τα φορολογικά και ασφαλιστικά ληξιπρόθεσμα χρέη αυξήθηκαν συνολικά κατά 5,8 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη δείχνει ότι, παρά την ανάπτυξη της οικονομίας και τη βελτίωση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων, το απόθεμα των ανεξόφλητων υποχρεώσεων προς το Δημόσιο εξακολουθεί να διευρύνεται.
Η σύγκριση με το 2019 είναι χαρακτηριστική: οι οφειλές προς την Εφορία αυξήθηκαν κατά 8,9 δισ. ευρώ και προς τα ασφαλιστικά ταμεία κατά 16,4 δισ. ευρώ. Στο ίδιο διάστημα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης μειώθηκαν κατά 19,9 δισ. ευρώ.
Χαμηλή η είσπραξη των παλαιών οφειλών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δείκτες εισπραξιμότητας. Σύμφωνα με το δελτίο, στο πρώτο τρίμηνο του 2026 ο δείκτης είσπραξης του παλαιού φορολογικού χρέους περιορίστηκε στο 3%, ενώ για τις ασφαλιστικές οφειλές διαμορφώθηκε στο 4,5%.
Αντίθετα, ο αντίστοιχος δείκτης για το νέο φορολογικό χρέος έφτασε το 41,5%. Η μεγάλη απόσταση αποτυπώνει τη δυσκολία ανάκτησης των συσσωρευμένων υποχρεώσεων.
Παρά την αύξηση του ποσού των ληξιπρόθεσμων χρεών, το μερίδιό τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος υποχώρησε στο 56,7%, επειδή η εξυπηρετούμενη χρηματοδότηση αυξήθηκε ταχύτερα. Επομένως, η βελτίωση του ποσοστού δεν σημαίνει ότι μειώθηκε το απόλυτο ύψος των ανεξόφλητων υποχρεώσεων.
Στους servicers το 91,7% των «κόκκινων» δανείων
Το συνολικό υπόλοιπο των δανείων σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης αυξήθηκε στα 254,6 δισ. ευρώ, κατά 16,3 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Κύριος μοχλός ήταν τα επιχειρηματικά δάνεια, τα οποία έφτασαν τα 178 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 69,9% του συνόλου και συνεισφέροντας περίπου 15 δισ. ευρώ στην ετήσια αύξηση. Τα στεγαστικά διαμορφώθηκαν στα 52,4 δισ. ευρώ και τα καταναλωτικά στα 24,2 δισ. ευρώ.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παρέμειναν περίπου στα 72,3 δισ. ευρώ, με το ποσοστό τους στο συνολικό δανειακό υπόλοιπο να διαμορφώνεται στο 28,4%, σύμφωνα με τον αναλυτικό πίνακα του δελτίου.
Οι servicers διαχειρίζονταν 66,4 δισ. ευρώ, δηλαδή το 91,7% των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ στις τράπεζες αντιστοιχούσαν περίπου 6 δισ. ευρώ. Πάνω από το μισό προβληματικό χαρτοφυλάκιο και στις δύο κατηγορίες αφορούσε επιχειρηματικά δάνεια. Στους servicers, τα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά ανέρχονταν στα 17,5 δισ. ευρώ και τα καταναλωτικά στα 15,1 δισ. ευρώ.


































