Ως ένα σημαντικό βήμα, το οποίο ωστόσο δεν πρέπει να τελειώσει εδώ χαρακτηρίζει σε δήλωση στον ΟΤ ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος τη διεύρυνση της ρύθμισης από τις 72 στις 120 δόσεις και την ένταξη πλέον και των οφειλών του 2024, τονίζοντας παράλληλα ότι πρόκειται για ουσιαστική δικαίωση δύο βασικών αιτημάτων που το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας διεκδικεί επίμονα
«Εδώ και περισσότερα από δύο χρόνια επισημαίνουμε ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν χρειάζονται άλλη μία ρύθμιση στα χαρτιά, αλλά μια πραγματική δεύτερη ευκαιρία, με δόση που να μπορούν να πληρώνουν», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Κωνσταντίνος Δαμίγος: Το επιτόκιο και οι προσαυξήσεις
Για τον κ. Δαμίγο, ωστόσο, οι 120 δόσεις λύνουν μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το επόμενο μέτωπο είναι το πραγματικό κόστος της ρύθμισης. «Επιμένουμε στη δραστική μείωση του επιτοκίου της ρύθμισης, στην απομείωση των προσαυξήσεων και στη θεσμοθέτηση ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού», δηλώνει στον ΟΤ. Το σκεπτικό είναι ότι μια ρύθμιση μπορεί να διαθέτει μεγάλο αριθμό δόσεων, αλλά εάν επιτόκια και προσαυξήσεις κρατούν ψηλά την τελική επιβάρυνση, η δυνατότητα μιας μικρής επιχείρησης να παραμείνει συνεπής περιορίζεται.
Το ίδιο ισχύει, κατά τον πρόεδρο του ΒΕΑ, για τη ρευστότητα. Ο ακατάσχετος επαγγελματικός λογαριασμός συνδέεται ακριβώς με την ανάγκη να υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για τη λειτουργία και την ανάπτυξη της επιχείρησης ενώ παράλληλα εξυπηρετούνται οι οφειλές.
«Να μπορούν να παραμείνουν στη ρύθμιση»
Σύμφωνα με τον κ. Δαμίγο, δεν αρκεί να αυξηθεί ο αριθμός των επιχειρήσεων που θα μπουν στη ρύθμιση καθώς το πραγματικό τεστ θα είναι πόσες θα καταφέρουν να τη διατηρήσουν μέχρι τέλους. «Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να μπουν περισσότερες επιχειρήσεις στη ρύθμιση, αλλά να μπορέσουν να παραμείνουν σε αυτή, να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και ταυτόχρονα να κρατούν ανοιχτές τις επιχειρήσεις και τις θέσεις εργασίας τους», υπογραμμίζει ο πρόεδρος του ΒΕΑ.
Γιατί το ΒΕΑ επέμενε στις 120 δόσεις
Ο πρόεδρος του ΒΕΑ συνδέει το αίτημα με όσα έχουν συσσωρευτεί στους ισολογισμούς των μικρότερων επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια.
Όπως αναφέρει, οι επιχειρήσεις πέρασαν διαδοχικά την οικονομική και την υγειονομική κρίση, ενώ σήμερα εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με το ενεργειακό κόστος, τα υψηλά λειτουργικά έξοδα και την περιορισμένη ρευστότητα.
Αυτή ήταν, σύμφωνα με τον k. Δαμίγο, και η αιτία που το ΒΕΑ επέμενε στις 120 δόσεις. Μια μικρότερη μηνιαία επιβάρυνση αυξάνει τις πιθανότητες μια επιχείρηση να εξυπηρετεί σταθερά τη ρύθμιση χωρίς να αφαιρεί από το ταμείο της χρήματα απαραίτητα για την καθημερινή λειτουργία της.



































