Στις αρχές του 21ου αιώνα οι αμερικανικοί κολοσσοί της τεχνολογίας και οι δισεκατομμυριούχοι ιδιοκτήτες τους διακήρυτταν, τουλάχιστον στα λόγια, την προσήλωσή τους σε ορισμένες δημοκρατικές, ακόμη και προοδευτικές αρχές. Σήμερα η εποχή εκείνη είναι μια μακρινή ανάμνηση. Δεν χρειαζόταν να παραταχθούν οι Κροίσοι της Silicon Valley ως τιμητική φρουρά στην πρώτη γραμμή της τελετής ορκωμοσίας του Ντόναλντ Τραμπ για να δείξουν στον πλανήτη ολόκληρο την υπερ-συντηρητική πολιτική τους ταυτότητα.
Η Meta διαψεύδει τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντας τις καταγγελίες του Λούλα και των υποστηρικτών του «ψευδείς και αβάσιμες»
«Από πρόθεση ή από ανικανότητα, όποιος κι αν είναι ο λόγος, η δυσανάλογα μεγάλη επιρροή των εταιρειών τεχνολογίας στη λειτουργία των δημοκρατικών καθεστώτων δεν μπορεί πλέον να αγνοείται», σημείωναν την Πέμπτη στο κεντρικό τους θέμα οι «Irish Times».
Η πρώτη σε κυκλοφορία και σε διαδικτυακούς συνδρομητές εφημερίδα της Ιρλανδίας, η οποία αυτοχαρακτηρίζεται «πολιτικά φιλελεύθερη και προοδευτική» ενώ τοποθετείται στην «Κεντροδεξιά σε ό,τι αφορά τα οικονομικά ζητήματα», αναφέρεται στις καταγγελίες εις βάρος της Meta για το ρόλο που διαδραμάτισε η μητρική εταιρεία του Facebook, Instagram και του WhatsApp κατά τη διάρκεια των πρόσφατων εκλογών στη Βραζιλία.
«Μαύρο» και παραπληροφόρηση
Ο όμιλος εταιρειών του Μαρκ Ζούκερμπεργκ βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής συζήτησης στη Βραζιλία, όταν το επιτελείο του προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα ζήτησε τον αποκλεισμό του αντιπάλου του, Φλάβιο Μπολσονάρο, στο δεύτερο γύρο της ψηφοφορίας επικαλούμενο «παράνομη και ανοίκεια παρέμβαση» προς όφελος του ακροδεξιού διεκδικητή της προεδρίας.
Η παράταξη του Λούλα υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι για ένα διάστημα 24 ωρών, ο πρόεδρος δεν είχε τη δυνατότητα να προωθήσει τις αναρτήσεις του στο Instagram, ενώ ο Μπολσονάρου μπορούσε να το κάνει. Διάφοροι κοινωνικοί φορείς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέφεραν επίσης ότι εντόπισαν ενδείξεις μεροληψίας υπέρ του Φλάβιο Μπολσονάρο στον αλγόριθμο της Meta.
Η Meta διαψεύδει τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντας τις καταγγελίες του Λούλα και των υποστηρικτών του «ψευδείς και αβάσιμες». Ο όμιλος παραδέχθηκε ότι σημειώθηκαν «περιστατικά τεχνικής φύσεως», τα οποία όμως επηρέασαν προεκλογικές καμπάνιες από «διαφορετικά σημεία του πολιτικού φάσματος» στη Βραζιλία.
Η Διεθνής Αμνηστία
Ο μητρικός όμιλος των δημοφιλέστερων κοινωνικών δικτύων στον πλανήτη δεν διευκρίνισε σε ποια ακριβώς περιστατικά τεχνικής φύσεως αναφέρεται. Ωστόσο, ήδη από τον Αύγουστο, η Διεθνής Αμνηστία προειδοποιούσε ότι από τα συστήματα ελέγχου της Meta διέφευγαν «πολιτικά διαφημιστικά μηνύματα που περιείχαν παραπληροφόρηση».
Αν και δεν έκανε λόγο για μεροληψία συγκεκριμένα υπέρ κάποιου εκ των υποψηφίων στις εκλογές, η εδρεύουσα στο Λονδίνο Μη Κυβερνητική Οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία το 1977 είχε τιμηθεί με Νομπέλ Ειρήνης, ανέφερε ότι διαπίστωσε πως «το Facebook είχε εγκρίνει οκτώ αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου που περιείχαν παραπληροφόρηση».
Εξ αυτών οι τέσσερις αναρτήσεις εστιάζονταν αποκλειστικά στην «εκλογική απονομιμοποίηση υποψηφίου». Δύο ανήκαν στην κατηγορία της «αυταρχικής προπαγάνδας με πρόφαση τη δημόσια ασφάλεια». Συγκεκριμένα διακινήθηκαν διαδικτυακώς ιδέες για την «ανάγκη» μιας στρατιωτικής επέμβασης στη χώρα και επίσης εκκλήσεις υπέρ της αποχής των Βραζιλιάνων από τις εκλογές. Οι υπόλοιπες δύο επίμαχες ρεκλάμες «εμπίπτουν σε περισσότερες από μία από τις κατηγορίες αυτές».
«Συγγνώμη, λάθος»
Τις τελευταίες ημέρες η δημόσια αντιπαράθεση στη Βραζιλία προκλήθηκε από την «υπερβολικά αυστηρή εφαρμογή εκ μέρους του Συμβουλίου Εποπτείας της Meta των πολιτικών το ομίλου κατά της απάτης», όπως γράφουν οι «Irish Times».
Ήταν φανερό ότι οι αυστηρές αυτές πρακτικές ασφαλείας έπληξαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου μόνο τους λογαριασμούς διαφημίσεων του προέδρου της Βραζιλίας Λούλα ντα Σίλβα και όχι του αντιπάλου του. Η Meta παραδέχθηκε ότι οι πολιτικές κατά της απάτης εφαρμόστηκαν με μεροληπτικό τρόπο, αλλά υποστήριξε ότι αυτό συνέβη «κατά λάθος και όχι για πολιτικούς λόγους».
Αυταρχικές εκτροπές
Η τεράστια επιρροή που μπορούν να ασκήσουν οι ισχυρές εταιρείες τεχνολογίας της Silicon Valley στις εκλογικές διαδικασίες αποτελεί αντικείμενο συζήτησης εδώ και αρκετά χρόνια. Το Ιντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα από εργαλεία δημοκρατικής διακίνησης των ιδεών που θεωρητικά είναι δεδομένου ότι δίνουν ισότιμα φωνή σε όλους, τείνουν να εκφυλιστούν σε εργαλεία πολιτικής παραπληροφόρησης και κοινωνικής χειραγώγησης.
«Καθώς οι δισεκατομμυριούχοι ιδιοκτήτες των social media διατηρούν στενές σχέσεις με πρόσωπα όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, το ζήτημα των παρεμβάσεων στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις των χωρών δεν μπορεί πλέον να αγνοείται», υπογραμμίζουν οι «Irish Times» στο κεντρικό τους άρθρο.
Όσο για τον Φλάβιο Μπολσονάρο με την οικογένειά του, αυτοεξόριστοι φυγάδες στις ΗΠΑ εδώ και λίγα 24ωρα, θα μπορούν τουλάχιστον να βασίζονται στην οικονομική στήριξη των ομοϊδεατών τους Κροίσων περιμένοντας – και προετοιμάζοντας… – τις κατάλληλες συνθήκες για την παλινόρθωση και επιστροφή τους στη Βραζιλία.




































