Τον Αύγουστο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίστηκε ότι το 97% των υποψηφίων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τους οποίους είχε στηρίξει, επικράτησαν στις εσωκομματικές προκριματικές εκλογές.
Πράγματι, γράφει το CNBC, ο Τραμπ έχει αποδείξει ότι διαθέτει τη δύναμη να επηρεάζει τις εκλογικές αναμετρήσεις, ιδιαίτερα στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών. Έχει καταφέρει, μάλιστα, να εκτοπίσει πολιτικούς που δεν συμπαθούσε, όπως ο γερουσιαστής Τζον Κόρνιν από το Τέξας και ο βουλευτής Τόμας Μάσι από το Κεντάκι.
Τραμπ: Ούτε έξω πάει καλά…
Ωστόσο, αν και δεν διστάζει να εκφράζει ανοιχτά τις απόψεις του για ξένους ηγέτες, η επιρροή του στις εκλογικές αναμετρήσεις άλλων χωρών αποδεικνύεται σαφώς πιο περιορισμένη.
Την Κυριακή, ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα επανεξελέγη, επικρατώντας του Φλάβιο Μπολσονάρου, τον οποίο στήριζε ο Τραμπ.
Ο πατέρας του, Ζαΐχ Μπολσονάρου, υπήρξε επίσης σύμμαχος του Αμερικανού προέδρου.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, το φοιτητικό κίνημα στη Σερβία κατάφερε να νικήσει το κυβερνών κόμμα του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είχε καλλιεργήσει στενές σχέσεις με τον Τραμπ και τον στενό του κύκλο.
Ο Βούτσιτς διετέλεσε πρόεδρος της Σερβίας από το 2017, ενώ προηγουμένως είχε διατελέσει πρωθυπουργός, από το 2014 έως το 2017.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του μετά την ήττα, ο Βούτσιτς υποστήριξε ότι η εκλογική του αποτυχία οφειλόταν στη «νομιμοποίηση μιας επανάστασης που πραγματοποιήθηκε από τον λαό, με την άμεση υποστήριξη διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών και του αμερικανικού βαθέος κράτους, το οποίο αντιτίθεται στον πρόεδρο Τραμπ».
Νωρίτερα φέτος, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς είχε επισκεφθεί την Ουγγαρία για δύο ημέρες, εκφράζοντας δημόσια τη στήριξή του στον τότε πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν.
Ωστόσο, ο Όρμπαν, ο οποίος αποτελεί επίσης στενό σύμμαχο του Τραμπ και είχε λάβει την επίσημη υποστήριξή του, ηττήθηκε στις εκλογές και απομακρύνθηκε από την εξουσία έπειτα από 16 χρόνια.
Τον Οκτώβριο, ο Τραμπ εξέφρασε επίσης τη στήριξή του στον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Αν και τα αποτελέσματα των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, το Associated Press ανέφερε ότι το κόμμα Λικούντ του Νετανιάχου φαινόταν να χάνει την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία.
Σε κάθε περίπτωση, η επιρροή του Τραμπ στις εκλογικές αναμετρήσεις ανά τον κόσμο δεν είναι σταθερή, αλλά διαφέρει από χώρα σε χώρα, επισημαίνουν ειδικοί.
«Οι εκλογές είναι πάντα πρωτίστως εθνικές υποθέσεις και, σε πολύ δεύτερο βαθμό, περιφερειακές ή παγκόσμιες», δήλωσε στο CNBC ο Κας Μούντε, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια.
Επιπλέον, δεν είναι καν σαφές κατά πόσο ο Τραμπ είχε ποτέ ουσιαστική επιρροή στα ακροδεξιά πολιτικά κινήματα άλλων χωρών, σημείωσε ο Στάιν φαν Κέσελ, καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου.
«Τα ακροδεξιά κόμματα και οι πολιτικοί αρέσκονται να πανηγυρίζουν ο ένας τις εκλογικές νίκες του άλλου, καθώς έτσι μπορούν να παρουσιάζονται ως μέρος ενός επιτυχημένου παγκόσμιου κινήματος», ανέφερε.
Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι αυτές οι σχέσεις μπορούν να επιδεινωθούν πολύ γρήγορα, όταν συγκρούονται τα εθνικά συμφέροντα και ο ξένος πολιτικός σύμμαχος μετατρέπεται σε τοξικό πρόσωπο στα μάτια του εγχώριου εκλογικού σώματος.
Ο φαν Κέσελ αναφέρθηκε στη ρήξη που σημειώθηκε νωρίτερα φέτος μεταξύ του Τραμπ και της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι. Αφορμή στάθηκε η άρνηση της Ιταλίας να επιτρέψει σε αμερικανικά αεροσκάφη να χρησιμοποιήσουν μία από τις αεροπορικές βάσεις του ΝΑΤΟ στην Ιταλία για τις επιχειρήσεις τους στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Στη συνέχεια, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η Μελόνι τον είχε «παρακαλέσει» να φωτογραφηθεί μαζί του στη σύνοδο κορυφής της G7, προκαλώντας την έντονη διάψευση της Ιταλίδας πρωθυπουργού.
Η ισχύς της Δεξιάς
Παρά τις εξελίξεις αυτές, τα δεξιά και ακροδεξιά πολιτικά κινήματα εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρή παρουσία σε πολλές περιοχές του κόσμου.
Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται αυτή τη στιγμή ως το φαβορί για τη διαδοχή του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, σύμφωνα με τη συγκεντρωτική ανάλυση δημοσκοπήσεων του Politico.
Ωστόσο, στο παρελθόν έχει επανειλημμένα ξεκινήσει την προεκλογική περίοδο προηγούμενη, προτού η υποστήριξη των ψηφοφόρων συσπειρωθεί τελικά γύρω από έναν πιο μετριοπαθή υποψήφιο.
Στη Γερμανία, το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) συγκέντρωσε το 20,8% των ψήφων στις ομοσπονδιακές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2025, αναδεικνυόμενο σε μεγαλύτερη δύναμη της αντιπολίτευσης.
Στην Αργεντινή κυβερνά ο σύμμαχος του Τραμπ, Χαβιέρ Μιλέι, ενώ ο νέος πρόεδρος της Κολομβίας, Αμπελάρδο ντε λα Εσπριέγια, εξελέγη προβάλλοντας ένα ακροδεξιό πολιτικό πρόγραμμα.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Μούντε, οι περισσότεροι ακροδεξιοί ηγέτες επιλέγουν να αποστασιοποιούνται από τον Τραμπ όταν η δημοτικότητά του υποχωρεί στη χώρα τους.
Ακόμη και στις ΗΠΑ, τα ποσοστά αποδοχής του Αμερικανού προέδρου παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, καθώς δέχεται επικρίσεις για ζητήματα όπως ο πόλεμος στο Ιράν και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης, την ώρα που οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύονται.
«Όταν οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι με την οικονομική τους κατάσταση, είναι διατεθειμένοι να δώσουν μια ευκαιρία σε οποιονδήποτε. Όταν, όμως, αυτά τα πειράματα αποτυγχάνουν, στρέφονται σε κάτι διαφορετικό», δήλωσε ο Ντέιβιντ Μπάρκερ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον.
Σε αυτή τη φάση, όπως σημείωσε, ο Τραμπ «υπονομεύει τη δυνατότητα των πολιτικών του συμμάχων να διατηρήσουν την υποστήριξη των ψηφοφόρων».






































