Οι Αμερικανοί ψηφίζουν πρωτίστως με βάση την οικονομική τους κατάσταση και όχι με βάση την εξωτερική πολιτική. Στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, όμως, αυτό σε μεγάλο βαθμό δεν ισχύει. Οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα την αγοραστική δύναμη των αμερικανικών νοικοκυριών. Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων και η δασμολογική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές της ενέργειας, το κόστος των εισαγόμενων προϊόντων και, τελικά, τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Έτσι, η εξωτερική πολιτική εισέρχεται στην προεκλογική αντιπαράθεση όχι τόσο ως ζήτημα διεθνών σχέσεων, όσο μέσω των οικονομικών της συνεπειών.
Η αμερικανική οικονομία παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ παραμένει ισχυρή, η ανεργία κινείται σε χαμηλά επίπεδα και οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν καταγράψει κέρδη της τάξεως του 30% κατά τη δεύτερη προεδρία Τραμπ. Ωστόσο, η καταναλωτική εμπιστοσύνη παραμένει χαμηλή. Η εξήγηση βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και την καθημερινή οικονομική εμπειρία των πολιτών. Ο μέσος Αμερικανός αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια συνεχείς αυξήσεις στο κόστος της στέγασης, των τροφίμων, της ενέργειας και των υπηρεσιών. Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς χωρίς η πλειονότητα των πολιτών να αισθάνεται αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού της επιπέδου.
Η σύνδεση οικονομίας και γεωπολιτικής γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση της ενέργειας. Παρά τη θεαματική αύξηση της αμερικανικής παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι εγχώριες τιμές εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Οι διαταραχές στις πετρελαϊκές ροές του Περσικού Κόλπου και οι επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές, οι οποίες μεταφέρονται και στην αμερικανική οικονομία. Οι εταιρείες ενέργειας μπορεί να επωφελούνται από τις υψηλότερες τιμές βλέποντας τα κέρδη τους να εκτοξεύονται, όμως ο μέσος καταναλωτής δυσανασχετεί με τις οικονομικές συνέπειες των γεωπολιτικών συγκρούσεων.
Η δυσαρέσκεια αυτή καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με έρευνα του Chicago Council on Global Affairs, το 86% των Αμερικανών θεωρεί ότι ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιβαρύνει το κόστος ζωής, ενώ το 81% εκτιμά ότι οι δασμοί έχουν αντίστοιχες αρνητικές συνέπειες.
Αναδεικνύεται έτσι ένας μηχανισμός αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην εξωτερική και την εσωτερική πολιτική. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και η χρήση των δασμών ως γεωοικονομικο εργαλείο πίεσης δημιουργούν κόστος που μεταφέρεται, μέσω των διεθνών αγορών, στα αμερικανικά νοικοκυριά. Το κόστος αυτό επηρεάζει την εκλογική συμπεριφορά και, κατά συνέπεια, τους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς.
Ένα δημοψήφισμα για τον Τραμπ
Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μια αξιολόγηση των επιδόσεων του εκάστοτε προέδρου. Η ιστορική εμπειρία είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: από το 1938, το κυβερνών κόμμα έχασε έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 20 από τις 22 ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις. Η απώλεια όμως του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου είναι πολύ σπανιότερη.
Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν πιθανότητες της τάξεως του 70% επικράτησης των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή. Σε όλες τις προεδρικές εκλογές στις οποίες ο Τραμπ ήταν υποψήφιος (2016, 2020, 2024), οι δημοσκοπήσεις υποτίμησαν την εκλογική του δυναμική. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το ίδιο σφάλμα θα επαναληφθεί.
Οι εκλογές θα αποτελέσουν όχι μόνο ένα δημοψήφισμα για την οικονομική και πολιτική επίδοση της κυβέρνησης Τραμπ, αλλά και μια δοκιμασία για την ανθεκτικότητα του ιδεολογικού και πολιτικού κινήματος MAGA. Ο Τραμπ έχει μεταβάλει τόσο την κοινωνική σύνθεση όσο και τις πολιτικές προτεραιότητες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Παραμένει όμως να αποδειχθεί εάν η κοινωνική συμμαχία που δημιούργησε μπορεί να διατηρηθεί χωρίς τον ίδιο ως υποψήφιο.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028, στις οποίες ο Τραμπ δεν μπορεί να είναι υποψήφιος για τρίτη θητεία. Μια βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών θα μπορούσε να ενθαρρύνει την αναζήτηση διαφορετικής πολιτικής κατεύθυνσης. Αντίθετα, μια ισχυρή εκλογική επίδοση του κόμματός του θα ενίσχυε την αποφασιστικά την επιρροή του στην επιλογή του επόμενου Ρεπουμπλικανού υποψηφίου και γενικότερα στη διαμόρφωση της μετα-Τραμπ εποχής.
Ένας αποδυναμωμένος αλλά όχι ανίσχυρος πρόεδρος
Τι θα συμβεί εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου;
Η σημαντικότερη άμεση συνέπεια θα είναι ο περιορισμός της δυνατότητας του Τραμπ να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα. Το Κογκρέσο ελέγχει τις δημόσιες δαπάνες και διαθέτει αρμοδιότητες κοινοβουλευτικής εποπτείας. Αυτό θα δυσκολέψει την εφαρμογή ορισμένων κυβερνητικών επιλογών.
Η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τη χρηματοδότηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής, όχι όμως να αφαιρέσει από τον πρόεδρο την πρωτοβουλία των κινήσεων στην διεθνή σκακιέρα. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ως γνωστόν, διατηρεί διευρυμένες αρμοδιότητες στη διπλωματία, στην εθνική ασφάλεια και στη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων.
Η ιστορική εμπειρία είναι διδακτική. Μετά τη βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2006, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους δεν μείωσε τη στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράκ. Αντιθέτως την αύξησε. Αυτό είναι πιθανό να συμβεί και τώρα στον πόλεμο κατά του Ιράν.
Επομένως, μια ενδεχόμενη εκλογική ήττα θα καταστήσει τον Τραμπ πολιτικά ασθενέστερο σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, αλλά δεν θα επηρεάσει την ισχύ του στην διαχείριση των διεθνών υποθέσεων
Οι υπολογισμοί συμμάχων και αντιπάλων
Οι σημαντικότερες γεωπολιτικές συνέπειες των εκλογών έχουν να κάνουν με την επίδρασή τους στους στρατηγικούς υπολογισμούς εχθρών και φίλων.
Ο Τραμπ έχει μπροστά του δύο ακόμη χρόνια στην προεδρία. Οι άλλες μεγάλες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία σχεδιάζουν την πολιτική τους σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Το αποτέλεσμα των εκλογών θα επηρεάσει επομένως τις εκτιμήσεις τους για τη διάρκεια της σημερινής αμερικανικής πολιτικής και τις ευκαιρίες ή κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει η επόμενη προεδρία.
Το κρίσιμο ερώτημα για αυτές τις χώρες είναι εάν συμφέρει να διαπραγματευτούν τώρα με τον Τραμπ ή να περιμένουν την επόμενη αμερικανική κυβέρνηση.
Η Κίνα θα σταθμίσει κατά πόσον οι νέοι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί περιορίζουν τη διαπραγματευτική ευχέρεια της αμερικανικής κυβέρνησης, κυρίως σε θέματα εμπορικής πολιτικής. Θα πρέπει να σταθμίσει επίσης εάν θα επιδιώξει συμφωνίες με την κυβέρνηση Τραμπ ή θα τις αναβάλει, ελπίζοντας ότι μια μελλοντική κυβέρνηση των Δημοκρατικών θα ακολουθήσει ηπιότερη πολιτική απέναντι στην Κίνα. Η τελευταία υπόθεση, ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιη, καθώς ο στρατηγικός ανταγωνισμός με το Πεκίνο συγκεντρώνει ευρεία διακομματική υποστήριξη.
Η Ρωσία θα αξιολογήσει εάν τη συμφέρει να επιδιώξει μια συμφωνία για την Ουκρανία κατά την επόμενη διετία, ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής αμερικανικής κυβέρνησης περισσότερο υποστηρικτικής προς το Κίεβο.
Οι Ευρωπαίοι, σε περίπτωση ήττας των Ρεπουμπλικανών, θα αναθαρρήσουν, προσβλέποντας σε εξομάλυνση των διατλαντικών σχέσεων μετά το 2028. Οι ελπίδες τους όμως μάλλον θα διαψευστούν. Καμμία αλλαγή στον Λευκό Οίκο δεν θα μειώσει την πίεση στους ευρωπαίους να αναλάβουν το βάρος της αμυντικής τους προετοιμασίας. Η σταδιακή αμερικανική απαγκίστρωση από την ευρωπαϊκή ήπειρο θα συνεχιστεί λόγω της ανάγκης των ΗΠΑ να επικεντρωθούν στην Ανατολική Ασία.
Η γειτονική Τουρκία θα επιδιώξει να αξιοποιήσει την θερμή προσωπική σχέση Ερντογάν–Τραμπ κατά την εναπομένουσα διετία, γνωρίζοντας δεν θα έχει την ίδια ευνοϊκή προσωπική πρόσβαση στον Λευκό Οίκο μετά το 2028. Αυτό θα δημιουργήσει κίνητρα για την διευθέτηση εκκρεμοτήτων με την Ουάσιγκτον.
Η συνέχεια της αμερικανικής στρατηγικής
Παρά τις έντονες κομματικές αντιπαραθέσεις, η αμερικανική υψηλή στρατηγική παρουσιάζει σημαντική συνέχεια. Ο ανταγωνισμός με την Κίνα, η διατήρηση της τεχνολογικής υπεροχής, η προστασία κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων, η ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης και η απαίτηση μεγαλύτερης αμυντικής συνεισφοράς από τους συμμάχους αποτελούν προτεραιότητες που υπερβαίνουν την προεδρία Τραμπ.
Οι διαφορές μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών αφορούν κυρίως τον τρόπο με τον οποίο επιδιώκονται αυτοί οι σκοποί. Η διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας παραμένει κοινός στρατηγικός προσανατολισμός.
Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δεν θα καθορίσουν το μέλλον της αμερικανικής ηγεμονίας. Θα επηρεάσουν όμως τους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς και, κυρίως, τις προσδοκίες συμμάχων και αντιπάλων για τη μετα-Τραμπ εποχή.
Η αμερικανική ισχύς είναι ανυπέρβλητη. Η αποτελεσματική άσκησή της, ωστόσο, προϋποθέτει πολιτική συνοχή, θεσμική αποτελεσματικότητα και αξιόπιστες διεθνείς δεσμεύσεις. Σε μια περίοδο εντεινόμενου ανταγωνισμού με την Κίνα, οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Ουάσιγκτον αποκτούν μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία.
Ο Αθανάσιος Πλατιας είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων. Έχει συγγράψει με τον Κ. Κολιοπουλο The Art of Strategy: 50 Maxims for War, Politics, Business and Everyday Life (London: Hurst, 2026)
















![Ακίνητα: Τι αγοράζεις με μισό εκατ. στην Αττική – Οι περιοχές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/ot_Athens_akinhta_leoforos.png)






![120 δόσεις: Ποιες οφειλές εντάσσονται στην ρύθμιση – Ποιες οφειλές εξαιρούνται [Μέρος 1ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/09/ti_einai_ta_omologa_kindunoi_kai_apodoseis_featured.jpg)













