Εν αναμονή των αποτελεσμάτων των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, που θεωρούνται ευρέως ως δημοψήφισμα για τον Αμερικανό πρόεδρο, οι αγορές βρίσκονται σε κατάσταση αγωνίας για το αποτέλεσμα της κάλπης που θα διαμορφώσει την πολιτική γεωγραφία του Κογκρέσου και τα όρια της διακυβέρνησης Τραμπ.
«Υπάρχει μια ανησυχία πριν από αυτές τις εκλογές» εξηγεί στο CNBC o Ράιαν Ντέτρικ, συνεργάτης του δικτύου και επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής αγοράς στον όμιλο Carson Group. «Μόλις περάσουν, επέρχεται μεγάλη ανακούφιση και οι αγορές τείνουν να έχουν αρκετά καλή πορεία».
Ορισμένες μεγάλες τράπεζες της Wall Street προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο ενός «μπλε κύματος», με σημαντικές δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι οι Δημοκρατικοί πιθανότατα θα αναλάβουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ η κατάσταση στη Γερουσία παραμένει αμφίρροπη.
Οι εκλογές για τους κυβερνήτες των πολιτειών θα παρακολουθούνται επίσης στενά, δεδομένου ότι πολλά από τα πιο καυτά ζητήματα στις αγορές, συμπεριλαμβανομένης της αδειοδότησης για κέντρα δεδομένων, επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από αποφάσεις σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο.
«Κάθε ενδιάμεση εκλογή έχει σημασία» λέει στους Financial Times ο Τζόζεφ Ζίντλ, επικεφαλής επενδυτικός στρατηγικός της εταιρείας διαχείρισης περιουσίας Cresset, «αλλά αυτή φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία, λόγω διάφορων παραγόντων, μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν ουσιαστικά θέμα ψηφοφορίας σε τόσες πολλές τοπικές εκλογικές αναμετρήσεις».
Η πορεία του S&P 500
Ο δείκτης S&P 500 τείνει να παρουσιάζει καλή πορεία τόσο μετά τις ενδιάμεσες όσο και μετά τις προεδρικές εκλογές. Σύμφωνα με ανάλυση του CNBC σχετικά με τις αποδόσεις του S&P 500 μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 1980 έως το 2024, ο δείκτης σημείωσε μέση άνοδο 0,2% έπειτα από μία ημέρα και μία εβδομάδα, καθώς και 1,1% έπειτα από έναν μήνα, τόσο στις προεδρικές όσο και στις ενδιάμεσες εκλογές.
Έναν χρόνο αργότερα, ο δείκτης κατέγραψε μέση άνοδο 13,7% μετά τις ενδιάμεσες εκλογές και 13,8% μετά τις προεδρικές εκλογές. Οι αποδόσεις ήταν θετικές στο 91% των περιπτώσεων. Μάλιστα, ο S&P 500 σημείωσε άνοδο και στις 11 εκλογικές αναμετρήσεις ενδιάμεσης θητείας που διεξήχθησαν από το 1982 έως το 2022.
Οι βραχυπρόθεσμες αποδόσεις ήταν λιγότερο αξιόπιστες, ιδιαίτερα μετά τις προεδρικές εκλογές, οι οποίες εμφάνισαν ελαφρώς αρνητικές μέσες αποδόσεις σε ορίζοντα μίας ημέρας και μίας εβδομάδας.
Οι αγορές προτιμούν το πολιτικό αδιέξοδο (gridlock)
Ωστόσο, η αγορά συνήθως προτιμά την «κατακερματισμένη» διακυβέρνηση, όταν η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία ελέγχονται από διαφορετικά κόμματα.
Μια νίκη των Δημοκρατικών στο ένα ή και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα παρείχε στο κόμμα νέα μέσα πίεσης για τη διεξαγωγή ερευνών σε εταιρείες, την αμφισβήτηση των ομοσπονδιακών δαπανών και την απαίτηση για νομοθετικές ρυθμίσεις. Ωστόσο η εξουσία τους έχει όρια, τα οποία ορίζονται από το δικαίωμα του προέδρου να ασκήσει βέτο αλλά και να ορίσει πολιτικές σε ζητήματα δασμών, μετανάστευσης και ομοσπονδιακών ρυθμίσεων.
«Η κυβέρνηση με διαχωρισμό εξουσιών είναι ακριβώς αυτό που η αγορά έχει προτιμήσει ιστορικά» εξηγεί στους Financial Times η Ντενίζ Τσίσολμ, διευθύντρια ποσοτικής στρατηγικής αγοράς στη Fidelity Investments. «Τουλάχιστον από ιστορική άποψη . . . όταν υπάρχει κυβέρνηση με διαχωρισμό εξουσιών, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να επιτευχθεί μικρότερη πρόοδος όσον αφορά νέα νομοθεσία ή πρωτοβουλίες, και ως εκ τούτου οι κανόνες λειτουργίας είναι σχετικά γνωστοί», πρόσθεσε.
Σε 10 ενδιάμεσες και 5 προεδρικές εκλογικές αναμετρήσεις, όπου κανένα κόμμα δεν απέκτησε τον πλήρη έλεγχο, ο δείκτης S&P 500 σημείωσε μέση άνοδο 15% σε διάστημα ενός έτους. Οι ετήσιες αποδόσεις ήταν θετικές στις 14 από τις 15 περιπτώσεις. Συγκριτικά, ο δείκτης κατέγραψε μέση άνοδο 11,5% το έτος που ακολούθησε εκλογές οι οποίες οδήγησαν στον έλεγχο της εξουσίας από ένα μόνο κόμμα.

«Αν υπάρξει ένα ισχυρό «κόκκινο κύμα» (επικράτηση των Ρεπουμπλικανών) ή ένα ισχυρό «μπλε κύμα» (επικράτηση των Δημοκρατικών), οι αγορές δεν το βλέπουν και τόσο θετικά, καθώς αυτό συνεπάγεται υπερβολικές δαπάνες προς μία κατεύθυνση και συγκέντρωση υπερβολικής ισχύος» υπογραμμίζει ο Ντέτρικ.
Θετική ήταν επίσης η έκβαση στο σενάριο όπου οι Δημοκρατικοί ελέγχουν το Κογκρέσο ενώ ένας Ρεπουμπλικανός βρίσκεται στον Λευκό Οίκο — ένα ενδεχόμενο που θα μπορούσε να προκύψει από τις εκλογές της Τρίτης.
Ανάλυση του CNBC έδειξε ότι, μετά από τρεις ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις (το 1986, το 1990 και το 2006) κατά τις οποίες οι Δημοκρατικοί ήλεγχαν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου ενώ ένας Ρεπουμπλικανός κατείχε την προεδρία, ο S&P 500 σημείωσε μέση πτώση 0,5% την ημέρα της αντίδρασης της αγοράς, αλλά κατέγραψε άνοδο 3,4% έναν μήνα αργότερα και 10,9% μετά από έναν χρόνο.
Βέβαια, οι εκλογές ενδέχεται να συμπίπτουν χρονικά με άλλους παράγοντες που παίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο στην πορεία των αγορών. Ο δείκτης S&P 500 κατέγραψε βουτιά 22,1% το έτος που ακολούθησε τις εκλογές του 2000, εξαιτίας της κατάρρευσης του κλάδου των dot-com, σημειώνοντας τη χειρότερη μετεκλογική επίδοση από το 1980.
Αντιθέτως, η καλύτερη μετεκλογική χρονιά για τον S&P 500 ήταν εκείνη που ακολούθησε τις εκλογές του 2020, με κέρδη 38,3%, καθώς οι αγορές πραγματοποίησαν μια εντυπωσιακή ανάκαμψη μετά το κύμα μαζικών ρευστοποιήσεων που είχε προκληθεί από την πανδημία COVID.
Σύμφωνα με τη Société Générale, οι επενδυτές θα πρέπει να έχουν κατά νου ότι η πολιτική της Federal Reserve και ο κύκλος των εταιρικών κερδών έχουν τελικά μεγαλύτερη σημασία από τις εκλογές.
Οι μετοχές σημείωσαν πτώση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του 2018, για παράδειγμα, όταν οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Το πιο σημαντικό είναι ότι η Fed εφάρμοσε αυστηρότερη νομισματική πολιτική εκείνη τη χρονιά, αυξάνοντας τα επιτόκια τέσσερις φορές, και ο δείκτης S&P 500 έκλεισε τη χρονιά με πτώση 6,2%, αν και η αγορά σημείωσε άνοδο 11,7% ένα χρόνο μετά τις εκλογές.
Η ανάλυση της Morgan Stanley
Σύμφωνα με ανάλυση της Morgan Stanley, επί προεδρίας Ρεπουμπλικανών, ο δείκτης S&P 500 κατέγραψε μέση άνοδο 23% το έτος που ακολούθησε τις ενδιάμεσες εκλογές, όταν το Κογκρέσο ήταν «διαιρεμένο» έναντι 16% σε περιπτώσεις όπου οι Δημοκρατικοί ήλεγχαν και τα δύο σώματα. Οι αναλυτές αποδίδουν συχνά αυτό το μοτίβο, εν μέρει, στο αδιέξοδο εντός του Κογκρέσου, το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα για σαρωτικές αλλαγές στην πολιτική.
Παρόλα αυτά, ορισμένοι αναλυτές συνιστούν προσοχή, επισημαίνοντας ότι δεν είναι βέβαιο πως το συγκεκριμένο μοτίβο θα επαναληφθεί.
Οι μετοχές έχουν ήδη τρέξει το 2026 περισσότερο από ό,τι σε ένα τυπικό δεύτερο έτος προεδρικής θητείας, κυρίως στην τεχνολογία και την ενέργεια. Αυτό αφήνει λιγότερο περιθώριο ανόδου και κάνει τους δύο κλάδους πιο ευάλωτους σε πιθανές υποχωρήσεις από ειδήσεις για ρυθμιστικό έλεγχο ή περικοπές κρατικής στήριξης.
Τέτοιες υποχωρήσεις, κατά την τράπεζα, μπορεί να δημιουργήσουν επιλεκτικές ευκαιρίες όταν η αντίδραση των αγορών υπερβαίνει τον πραγματικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις.
Στο επίκεντρο η Τεχνητή Νοημοσύνη
Η τεχνολογία πιέστηκε την περασμένη εβδομάδα, παρά τα ισχυρά αποτελέσματα. Μάλιστα, η UBS θυμίζει ότι τα έσοδα του Google Cloud αυξήθηκαν 103% σε ετήσια βάση, του Azure της Microsoft 48% και της Oracle 62%. Οι επενδυτές όμως εστιάζουν πλέον στις υπερεπενδύσεις, τη χρηματοδότηση και τη δυσκολία απόδοσης των επενδύσεων. Η Alphabet κράτησε το πλάνο δαπανών 195-205 δισ. δολαρίων για το 2026, αλλά ανέφερε αρνητικές ταμειακές ροές στο τρίμηνο και προανήγγειλε νέα αύξηση το 2027, ενώ η Meta ανέβασε το κάτω άκρο του δικού της εύρους στα 135-145 δισ.
Παρόλα αυτά, η UBS δεν βλέπει γενική υποχώρηση. Οι εταιρείες εξειδικευμένης υποδομής («neoclouds») αντιστοιχούν σε περίπου 8% των συνολικών κεφαλαιουχικών δαπανών, έναντι περίπου 80% για Alphabet, Amazon, Microsoft, Meta και SpaceX. Πιθανότερες θεωρεί επιμέρους καθυστερήσεις, επανατιμολογήσεις και συγχωνεύσεις παρά κατάρρευση των επενδύσεων. Ανέβασε μάλιστα τις προβλέψεις της σε 1 τρισ. δολάρια για το 2026, 1,4 τρισ. για το 2027 και 1,5 τρισ. για το 2028. Παραμένει θετική, αλλά συστήνει διαφοροποιημένη έκθεση σε ποιοτικές εταιρείες και λιγότερη συγκέντρωση σε μεμονωμένες μετοχές.
Ο μεγάλος παράγοντας που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα τώρα είναι η τεχνητή νοημοσύνη (AI) και το αν θα συνεχιστούν οι πτώσεις στον τομέα της τεχνολογίας. Όσο το κύμα της τεχνητής νοημοσύνης συνεχίζει να κινείται και η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, «αυτή η ανοδική αγορά πιθανότατα παραμένει ζωντανή και υγιής», λέει ο Ντέτρικ.
Ωστόσο, μια σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία θα ασκούσε σχεδόν σίγουρα πίεση στην ανάπτυξη της υποδομής τεχνητής νοημοσύνης και θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω περικοπές.
Η αγορά ομολόγων
Με το δημόσιο χρέος να ξεπερνά τα 40 τρισ. δολάρια και το δημοσιονομικό έλλειμμα να παραμένει κοντά στο 6% του ΑΕΠ και να διαμορφώνεται στα 2 τρισ. δολάρια οι επενδυτές παραμένουν ανήσυχοι για το πώς η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη θα διαχειριστεί τα δημόσια οικονομικά της που βαίνουν προς το χειρότερο.
Η ανησυχία έχει δημιουργήσει αναστάτωση στην αγορά των ομολόγων φέτος ενώ λίγο πριν τις κάλπες οι αγορές δεν αναμένουν ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της κάλπης.
Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν τον έλεγχο, οι επενδυτές αναμένουν ότι θα συνεχιστούν οι πιέσεις στα δημόσια οικονομικά. Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, το πολιτικό αδιέξοδο ενδέχεται να δυσχεράνει τη συμφωνία για νέες δαπάνες· ωστόσο, σύμφωνα με τους επενδυτές, είναι απίθανη μια ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση.
«Όλα καταλήγουν, ουσιαστικά, στο ύψος του τρέχοντος ελλείμματος, στο ποσό του ανεξόφλητου χρέους και στο αυξανόμενο κόστος των τόκων που συνδέεται με αυτό» εξηγεί στο Reuters ο Κρις Μάξεϊ, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής αγορών στην Wealthspire, προσθέτοντας ότι μια νίκη των Δημοκρατικών δεν θα αλλάξει απαραίτητα τη στρατηγική του υπουργείου Οικονομικών για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος.
Οι αγορές εκτιμούν ότι τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα και η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους θα διατηρήσουν σε υψηλά επίπεδα τις εκδόσεις ομολόγων από τις ΗΠΑ. Ωστόσο υπάρχουν οι φωνές που εκτιμούν ότι αν επικρατήσουν οι Δημοκρατικοί σε ένα από τα δύο σώματα του Κογκρέσου υπάρχει μια μικρή ελπίδα για τα ομόλογα και το δολάριο μακροπρόθεσμα υπό την προϋπόθεση ότι θα περιορίσουν τις δαπάνες.
Η ενίσχυση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να τονώσει το δολάριο βραχυπρόθεσμα, καθώς θα λείαινε τις ανησυχίες σχετικά με την δημοσιονομική, εμπορική και εξωτερική πολιτική του Τραμπ, υπογραμμίζει ο Καρλ Σαμότα, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής αγοράς στην Corpay. Αυτό θα μείωνε το ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, πρόσθεσε.
Σε πρόσφατο σημείωμα της η εταιρεία διαχείρισης ομολόγων Pimco ανέφερε ότι ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα, οι δαπάνες είναι πιθανό να αυξηθούν ενώ παράλληλα θα διευρυνθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα.
«Θα μπορούσαμε να δούμε ακόμη μεγαλύτερες δαπάνες, ειδικά εάν αλλάξουν οι συσχετισμοί στη Γερουσία, καθώς οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ στις επικείμενες διαπραγματεύσεις για το ανώτατο όριο του δημόσιου χρέους και τις κρατικές δαπάνες», έγραψε η Libby Cantrill, επικεφαλής δημόσιας πολιτικής στην Pimco.








































