Μια νέα οπτική στο κρίσιμο ερώτημα του «προσήμου», δηλαδή εάν θα είναι αρνητικό ή θετικό, της αναβάθμισης για το ελληνικό Χρηματιστήριο στις ανεπτυγμένες αγορές φέρνει η τελευταία ανάλυση της HSBC, καθώς σταδιακά εισερχόμαστε στο κρίσιμο 12μηνο, κατά το οποίο θα γίνουν και οι μεγάλες αλλαγές.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι καθοριστικό ρόλο στις εκροές και τις εισροές έχει το χρονοδιάγραμμα των αλλαγών, με την αναταξινόμηση από τον FTSE να τοποθετείται τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ η αντίστοιχη ένταξη στους δείκτες της MSCI αναμένεται τον Μάιο του 2027. Την ίδια στιγμή, η πιθανή συμμετοχή στους δείκτες STOXX παραμένει αβέβαιη ως προς τον χρόνο υλοποίησής της.
Μέχρι στιγμής, οι αναλυτές ερίζουν για το κατά πόσο η αναταξινόμηση αυτή θα έχει θετικό ή αρνητικό καθαρό αποτέλεσμα, με τις εκτιμήσεις να παραμένουν διχασμένες και να εξαρτώνται από μια σειρά παραμέτρων που υπερβαίνουν τη «μηχανική» των δεικτών.
Πέρα από τις βραχυπρόθεσμες ροές και τις τεχνικές προσαρμογές των δεικτών, όμως, κατά την HSBC, δύο είναι οι παράγοντες που θα καθορίσουν τελικά το αν η αναβάθμιση θα αποδειχθεί θετική ή αρνητική:
1. Οι αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών
Αν η ελληνική αγορά συνεχίσει να διαπραγματεύεται με σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών, τότε μπορεί να λειτουργήσει ως ελκυστικός επενδυτικός προορισμός, ακόμη και με χαμηλή στάθμιση στους δείκτες. Σε αντίθετη περίπτωση, η σύγκλιση των αποτιμήσεων χωρίς αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης ενδέχεται να περιορίσει το ενδιαφέρον.
2. Η σχετική ελκυστικότητα των νομισμάτων των αναδυόμενων αγορών
Η ισορροπία μεταξύ ευρώ και νομισμάτων αναδυόμενων αγορών θα επηρεάσει άμεσα τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων. Εάν τα νομίσματα των αναδυόμενων καταστούν πιο ελκυστικά, τότε τα κεφάλαια ενδέχεται να κατευθυνθούν προς αυτές, αποδυναμώνοντας την ελκυστικότητα αγορών που εντάσσονται στις ανεπτυγμένες, όπως η ελληνική.
Διχασμένη η επενδυτική κοινότητα
Οι πρώτες ενδείξεις πάντως από τις διεθνείς τράπεζες και τους οίκους αξιολόγησης σκιαγραφούν ένα σύνθετο τοπίο.
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα όσων διατηρούν επιφυλάξεις αφορά τη χαμηλή στάθμιση της Ελλάδας στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών. Εκτιμάται ότι η χώρα θα αντιστοιχεί περίπου στο 0,30% του MSCI Europe και μόλις στο 0,05% του MSCI World.
Η μεταβολή αυτή έχει πρακτικές συνέπειες. Ενώ περίπου το 60% των κεφαλαίων που επενδύουν σε αναδυόμενες αγορές έχουν έκθεση στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό για τα παγκόσμια funds περιορίζεται κοντά στο 10%. Με άλλα λόγια, η ελληνική αγορά μετακινείται σε ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου η προσοχή των επενδυτών είναι σαφώς πιο κατακερματισμένη.
Ψήφος εμπιστοσύνης, αλλά με αστερίσκους
Σε αυτό το πλαίσιο, η Morgan Stanley διατηρεί θετική στάση, επιβεβαιώνοντας σύσταση overweight για την Ελλάδα. Όπως επισημαίνει, η αναβάθμιση ολοκληρώνει έναν μακρύ κύκλο κρίσης και ενισχύει τη θεσμική εικόνα της αγοράς.
Η τράπεζα εκτιμά ότι οι καθαρές παθητικές εισροές θα κινηθούν κοντά στα 300 εκατ. δολάρια, τονίζοντας ωστόσο ότι το πραγματικό όφελος δεν εντοπίζεται στις βραχυπρόθεσμες ροές, αλλά στη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης.
Παράλληλα, αναγνωρίζει τις πρόσφατες πιέσεις στις ελληνικές μετοχές — με πτώση της τάξης του 16% σε όρους δολαρίου λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων — αλλά υπογραμμίζει τα ισχυρά θεμελιώδη: ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους της ευρωζώνης, ισχυρά δημοσιονομικά και σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών μετοχών.
Ο κίνδυνος εκροών
Στον αντίποδα, η JP Morgan εμφανίζεται πιο επιφυλακτική, εκτιμώντας ότι η αναβάθμιση ενδέχεται να μειώσει το επενδυτικό ενδιαφέρον. Προβλέπει καθαρές εκροές ύψους περίπου 604 εκατ. δολαρίων και τονίζει ότι η χαμηλή στάθμιση της Ελλάδας θα περιορίσει την προσοχή των επενδυτών.
Επιπλέον, επισημαίνει ότι μόνο λίγες ελληνικές μετοχές — κυρίως τραπεζικές — θα πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής στους βασικούς δείκτες, ενώ πολλές εταιρείες ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις λόγω αποκλεισμού.
Η εμπειρία του παρελθόντος, σύμφωνα με τον οίκο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, καθώς προηγούμενες αναβαθμίσεις δεν συνοδεύτηκαν από ουσιαστική αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η HSBC εκτιμά ότι η ένταξη στους δείκτες της FTSE Russell θα προκαλέσει καθαρές εκροές κεφαλαίων, αν και αυτές θεωρούνται διαχειρίσιμες, καθώς αντιστοιχούν σε λιγότερο από μία ημέρα συναλλακτικής δραστηριότητας.
Μακροπρόθεσμο στοίχημα
Αναλύσεις όπως αυτή της AXIA – Alpha Finance υπογραμμίζουν ότι η αναβάθμιση δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αλλαγή, αλλά κατοπτρίζει τη συνολική πρόοδο της ελληνικής αγοράς σε επίπεδο θεσμών, ρευστότητας και αξιοπιστίας.
Το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τις αρχικές εισροές ή εκροές, αλλά από το αν η ελληνική αγορά θα καταφέρει να παραμείνει ελκυστική σε ένα πιο απαιτητικό και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.


































