Ηταν 5 Ιουνίου 2025, πριν από περίπου έναν χρόνο, όταν το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποφάσιζε την όγδοη κατά σειρά μείωση των παρεμβατικών της δεικτών. Σε εκείνη τη συγκυρία ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ είχε υποχωρήσει για πρώτη φορά μετά από 3 έτη στην περιοχή του 2%, την ίδια στιγμή που τα στοιχεία για την ανάπτυξη στη Γηραιά Ηπειρο φώναζαν για υποστήριξη μέσω μιας πιο χαλαρής νομισματικής πολιτικής.
Με τον πληθωρισμό τον Μάιο στην Ευρώπη πάνω από το 3%, η ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει την περασμένη Πέμπτη 11 Ιουνίου τους δείκτες της κατά 25 μονάδες βάσης.
Τους αμέσως επόμενους μήνες δε, μέχρι και τις αρχές του 2026, δεν ήταν λίγοι οι αναλυτές που θεωρούσαν αναγκαίες για την ενίσχυση της αναιμικής οικονομικής δραστηριότητας έως και δύο ακόμη περικοπές των επιτοκίων. Τα πάντα ωστόσο ανατράπηκαν μετά την επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου και την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ οδήγησε σε ταχεία άνοδο τις ενεργειακές τιμές και αντέστρεψε τις μέχρι εκείνη τη στιγμή πτωτικές τάσεις στον πληθωρισμό. Ετσι, όχι μόνο εγκαταλείφθηκαν οι σκέψεις για περαιτέρω μείωση του κόστους χρήματος στην ευρωζώνη, αλλά καλλιεργήθηκαν και προσδοκίες για μία νέα περίοδο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής.
Στάση αναμονής
Η ΕΚΤ επέλεξε τους πρώτους μήνες της διεθνούς γεωπολιτικής αστάθειας να τηρήσει μία στάση αναμονής. Κι αυτό διότι σημαντικό ρόλο για τις επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία θα έπαιζε ο χρόνος λήξης του πολέμου.
Ωστόσο, 3 μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης αυτό δεν έχει καταστεί εφικτό. Μπορεί κατά διαστήματα να αναζωπυρώνονται οι ελπίδες για λύση, όπως τις προηγούμενες ημέρες, ωστόσο μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές τις γραμμές τίποτε δεν έχει οριστικοποιηθεί.
Ετσι, με τον πληθωρισμό τον Μάιο στην Ευρώπη πάνω από το 3%, η ΕΚΤ αποφάσισε να αυξήσει την περασμένη Πέμπτη 11 Ιουνίου τους δείκτες της κατά 25 μονάδες βάσης. Πλέον, το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, που είναι το πλέον κρίσιμο για την εξέλιξη του κόστους χρήματος, βρίσκεται στο 2,25%.
Η επόμενη ημέρα
Η επικεφαλής της Ευρωτράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ για ακόμη μία φορά απέφυγε να προεξοφλήσει τις επόμενες κινήσεις, σημειώνοντας ότι αυτές θα εξαρτηθούν από τα κάθε φορά εισερχόμενα δεδομένα. Με βάση τα τρέχοντα πονταρίσματα των επενδυτών στις αγορές παραγώγων, οι πιθανότητες για μία δεύτερη προς την ίδια κατεύθυνση παρέμβαση μέχρι το τέλος της χρονιάς βρίσκονται πάνω από 50%.
Οπως επισημαίνουν πάντως αναλυτές, αυτό μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. «Με μία βιώσιμη συμφωνία στη Μέση Ανατολή, οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να κινηθούν με ταχύτητα σε χαμηλότερα επίπεδα, ενισχύοντας τις προσδοκίες για γρήγορη υποχώρηση του πληθωρισμού» τονίζουν οι ίδιοι κύκλοι. Σε αυτό το σενάριο, σημειώνουν, «η ΕΚΤ δύσκολα θα προχωρούσε σε νέα αύξηση των επιτοκίων της, μιας και ο ρυθμός ενίσχυσης του ΑΕΠ στην ευρωζώνη παραμένει εξαιρετικά χαμηλός».
Οι επιπτώσεις
Οπως και να έχει, ακόμη και η μία μεταβολή των 25 μονάδων βάσης έχει άμεσο αντίκτυπο σε μεγάλη μερίδα καταθετών και δανειοληπτών. Οι πρώτοι μπορούν να εξασφαλίσουν καλύτερες αποδόσεις για τα χρήματά τους, μέσω συγκεκριμένων επιλογών, ενώ οι δεύτεροι κινδυνεύουν με κάποια επιβάρυνση στις δόσεις τους. Αλλωστε, οι δείκτες euribor ήδη τις τελευταίες εβδομάδες κινούνταν έχοντας προεξοφλήσει την τελευταία απόφαση της ΕΚΤ, με τον τρίμηνο να σκαρφαλώνει στη ζώνη του 2,4% από 2% στο ξεκίνημα του 2026 και τον μηνιαίο να διαμορφώνεται στο 2,10% από 1,90% τον περασμένο Απρίλιο.
Αυτές οι εξελίξεις έχουν τις ακόλουθες επιδράσεις στην εγχώρια αγορά χρήματος:
1 Αποταμίευση: Οσοι επιλέγουν τίτλους σταθερού εισοδήματος έχουν ήδη δει όφελος από την άνοδο του κόστους χρήματος. Ο λόγος γίνεται για έντοκα γραμμάτια και ομόλογα, κρατικά και εταιρικά, οι αποδόσεις των οποίων έχουν αυξηθεί στο β’ τρίμηνο του 2026. Για παράδειγμα, στις τελευταίες εκδόσεις εντόκων γραμματίων που αποτελούν μία εναλλακτική των προθεσμιακών καταθέσεων επιλογή, οι αποδόσεις έχουν πλέον ξεπεράσει το 2%. Στον τελευταίο ετήσιο τίτλο που δημοπρατήθηκε πριν 10 ημέρες, το όφελος για φυσικά πρόσωπα που τοποθετήθηκαν πρωτογενώς, έφτασε το 2,41% έναντι 1,97% τον περασμένο Μάρτιο και 1,84% τον Ιούνιο του 2025.
Ανάλογες αυξήσεις των αποδόσεων είδαμε στην πλειονότητα των ομολόγων, τόσο εκείνων που διατέθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες όσο και στη δευτερογενή αγορά. Θετικό για τους αποταμιευτές είναι επίσης το γεγονός ότι λόγω των προαναφερθεισών μεταβολών, είναι δυνατό το λανσάρισμα αμοιβαίων κεφαλαίων και επενδυτικών προϊόντων που υπόσχονται υψηλότερο ετήσιο κέρδος, χωρίς μεγάλο ρίσκο. Ηδη το τελευταίο δίμηνο καταγράφεται διεύρυνση των σχετικών επιλογών, με τη δημιουργία νέων προγραμμάτων. Από την άλλη, στα τραπεζικά καταθετικά προϊόντα η αύξηση του ευρω-επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης δεν αναμένεται να έχει ουσιαστική επίδραση, καθώς οι όροι τους εξαρτώνται περισσότερο από τα επίπεδα ρευστότητας κάθε πιστωτικού ιδρύματος και τον ανταγωνισμό.
2 Υφιστάμενα δάνεια: Το αν θα υπάρξει μεταβολή των δόσεων εξαρτάται από το είδος του επιτοκίου βάσει του οποίου γίνεται σήμερα η αποπληρωμή. Αν είναι σταθερό, δεν αλλάζει τίποτε για όλη τη διάρκεια ισχύος του. Αν είναι κυμαινόμενο, διοικητικώς καθοριζόμενο από την τράπεζα, η αύξηση των 25 μονάδων βάσης στους δείκτης της ΕΚΤ δεν αναμένεται να προκαλέσει μία ανάλογη αναπροσαρμογή του. Στο επικρατέστερο σενάριο, οι δόσεις θα παραμείνουν σταθερές. Εάν όμως το επιτόκιο είναι συνδεδεμένο με κάποιον ευρωπαϊκό δείκτη αναφοράς, η μεταβολή της δόσης είναι άμεση. Αυτή η συνθήκη αφορά κυρίως στεγαστικά και ενυπόθηκα καταναλωτικά δάνεια, καθώς και επιχειρηματικά/επαγγελματικά. Με δεδομένο ότι οι δείκτες euribor καταγράφουν άνοδο τους τελευταίους μήνες, οι δανειολήπτες αυτής της κατηγορίας έχουν ήδη δει αυξήσεις στις δόσεις τους. Από εδώ και στο εξής, μέχρι και την επόμενη αλλαγή της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, την πορεία των euribor θα καθορίσουν οι προσδοκίες της αγοράς για τις αποφάσεις της.
3 Νέα δάνεια: Με δεδομένους τους φιλόδοξους στόχους των τραπεζών για την πιστωτική επέκταση το 2026, η τελευταία αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ δεν αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά την πολιτική που ακολουθούν στα νέα δάνεια. Στα προγράμματα κυμαινόμενου επιτοκίου υπάρχει ήδη μία αύξηση της τάξεως του 10-30 μονάδων βάσης, ανάλογα με τον δείκτη euribor με τον οποίο είναι συνδεδεμένα. Στον αντίποδα, σε όσα επιτόκια καθορίζονται διοικητικώς από τις τράπεζες, είτε πρόκειται για κυμαινόμενα είτε για σταθερά, οι κινήσεις εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένες, ώστε να μη διαταραχθεί η ζήτηση. Ενδεχομένως να υπάρξουν κάποιες προσαρμογές της τάξεως των 10 μονάδων βάσης, σε προγράμματα που κινούνται στα όρια του κόστους. Τέτοιου εύρους ήταν η προ ημερών παρέμβαση συστημικού ομίλου σε στεγαστικά δάνεια με πολύ χαμηλά σταθερά επιτόκια.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ







































