Λίγες λέξεις γνώρισαν τόση επιτυχία στο ευρωπαϊκό οικονομικό λεξιλόγιο όσο η «ανθεκτικότητα»: βαφτίστηκε έτσι το Ταμείο Ανάκαμψης, τη συναντάμε στις εκθέσεις της Επιτροπής, στα κείμενα στρατηγικής, στον δημόσιο λόγο. Οσο όμως πληθαίνουν οι χρήσεις της τόσο θολώνει το περιεχόμενό της. Η οικονομία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, η παραγωγικότητα και οι επενδύσεις, η ενεργειακή ασφάλεια, ο ψηφιακός μετασχηματισμός με την Τεχνητή Νοημοσύνη, το νέο γεωπολιτικό τοπίο – καθεμία από τις μεγάλες συζητήσεις της εποχής διεκδικεί τη δική της εκδοχή ανθεκτικότητας. Κι όμως: η ανθεκτικότητα δεν κατοικεί σε καμία θεματική χωριστά· είναι ιδιότητα του συνόλου. Οπως ο κίνδυνος ενός χαρτοφυλακίου δεν κρίνεται από κάθε τίτλο χωριστά αλλά από τις συσχετίσεις μεταξύ τους, έτσι και η ανθεκτικότητα μιας οικονομίας αναδύεται – ή καταρρέει – στις διασυνδέσεις.
Η οικονομική ανάλυση διακρίνει την ευαλωτότητα από την ανθεκτικότητα. Η πρώτη είναι δομική: μέγεθος, γεωγραφική έκθεση, συγκέντρωση εξαγωγών, εξάρτηση από στρατηγικές εισαγωγές. Η δεύτερη χτίζεται με πολιτικές. Μικρές και εκτεθειμένες οικονομίες μπορούν, με συνεπή πολιτική, να υπεραντισταθμίσουν τη δομική τους μοίρα – ενώ προικισμένες χώρες τη σπαταλούν με κακή διακυβέρνηση. Η Ελλάδα είναι δομικά ευάλωτη: μικρή, ανοικτή, σε γεωγραφικό σταυροδρόμι, ενεργειακά εξαρτημένη, δημογραφικά γηράσκουσα. Και διένυσε από το 2009 μια αδιάκοπη πολυκρίση: χρέος, πανδημία, ενεργειακό σοκ, γεωπολιτικός κατακερματισμός.
Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τα κλασικά θεωρητικά μοντέλα που κατατάσσουν τις χώρες με βάση την «Εγγενή Ευπάθεια» και την «Πολιτικά Καθοδηγούμενη Ανθεκτικότητα», η Ελλάδα έχει φύγει από την κατηγορία «υψηλή ευπάθεια / χαμηλή ανθεκτικότητα» και κινείται πλέον προς την κατεύθυνση «υψηλή ευπάθεια / υψηλή ανθεκτικότητα». Αυτή είναι μια σημαντική πρόοδος.
Συνεπώς σήμερα η εικόνα είναι αναγνωρίσιμα καλύτερη. Επενδυτική βαθμίδα, πρωτογενή πλεονάσματα από τα υψηλότερα στην ευρωζώνη, δημόσιο χρέος που υποχώρησε από το 210% του ΑΕΠ το 2020 κάτω από το 150%, ανάπτυξη διπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ο πειρασμός είναι να κηρύξουμε το στοίχημα κερδισμένο. Δεν είναι· μόλις έγινε εφικτό. Και κρίνεται στις πέντε θεματικές ταυτόχρονα.
Πρώτον, η επόμενη μέρα του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι πόροι του – περίπου 36 δισ. ευρώ, το 16% του ΑΕΠ – εκτιμάται ότι προσθέτουν έως 4,5% στο προϊόν του 2026· αλλά η υλοποίησή του ολοκληρώνεται. Επεται το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034, με λογική «χρήμα έναντι μεταρρυθμίσεων» και αυστηρά ορόσημα, ενδεχομένως με μεγαλύτερο όγκο πόρων, για ανάλογα χρονικά διαστήματα αλλά με πολύ διαφορετικούς μηχανισμούς αποτελεσματικής αξιοποίησής τους που απαιτούν μια γενναία εθνική κοινωνική και πολιτική αξιοποίηση. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν πόροι – θα υπάρξουν – αλλά αν η θεσμική και διοικητική μας επάρκεια θα τους μετατρέπει σε παραγωγικό κεφάλαιο. Η απάντηση δεν βρίσκεται στη χρηματοδότηση, βρίσκεται στη δεύτερη θεματική.
Δεύτερον, η παραγωγικότητα. Παράγουμε ανά ώρα εργασίας περίπου το 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ εργαζόμαστε τις περισσότερες ώρες στην Ευρώπη· οι επενδύσεις, παρά τον υποδιπλασιασμό του κενού από το 2018, υπολείπονται κατά πέντε μονάδες του ΑΕΠ· η οικονομική πολυπλοκότητα των εξαγωγών μας παραμένει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ. Είναι η «παγίδα μέσης τεχνολογίας»: ενδιάμεσοι κρίκοι των αλυσίδων αξίας, χαμηλή προστιθέμενη αξία, ευάλωτη απασχόληση. Η διατηρήσιμη μεγέθυνση μετά το 2026 θα προέλθει μόνο από εδώ. Ομως η παραγωγικότητα του 21ου αιώνα περνά υποχρεωτικά από την ενέργεια και την τεχνολογία.
Τρίτον, οι ανανεώσιμες πηγές καλύπτουν πλέον το 46% της ηλεκτροπαραγωγής, η χώρα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας και οι διασυνδέσεις την αναδεικνύουν σε περιφερειακό κόμβο. Η πράσινη μετάβαση δεν είναι περιβαλλοντική πολυτέλεια· είναι συγχρόνως πολιτική ενεργειακής ασφάλειας, αντιπληθωριστική πολιτική, πολιτική εξωτερικού ισοζυγίου και γεωπολιτική θωράκιση. Εξάλλου η εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας παραμένει.
Τέταρτον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Μόλις το 9% των ελληνικών επιχειρήσεων αξιοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη, έναντι 20% στην ΕΕ. Κι όμως, η δημογραφία δεν μας αφήνει περιθώρια: με προβολή μείωσης του πληθυσμού κατά 1,3 εκατομμύρια έως το 2050 και συρρικνούμενο εργατικό δυναμικό, η τεχνολογική υποκατάσταση δεν είναι επιλογή αλλά το μόνο διαθέσιμο αντιστάθμισμα. Το αναδυόμενο τεχνολογικό κύμα – η συνέργεια νοημοσύνης, βιοτεχνολογίας, πράσινης ενέργειας – ανοίγει για τις μεσαίες οικονομίες ένα σπάνιο παράθυρο ανοδικής επανατοποθέτησης. Τέτοια παράθυρα δεν μένουν ανοιχτά για πάντα.
Πέμπτον, η γεωπολιτική. Στην εποχή της «οπλοποιημένης αλληλεξάρτησης», όπου εμπόριο, ενέργεια και τεχνολογία γίνονται μέσα πίεσης, η γεωγραφία μας μετατρέπεται από πηγή κινδύνου σε στρατηγικό πλεονέκτημα: ναυτιλία με το 17% του παγκόσμιου στόλου, ενεργειακοί διάδρομοι, λιμένες-πύλες, σταθερές συμμαχίες. Ομως η εθνική ισχύς που στηρίζεται στα στατικά της στοιχεία – θέση, αποτροπή – χωρίς τα δυναμικά – οικονομία, τεχνολογία, δημογραφία – μένει μετέωρη.
Παρατηρήστε τώρα τον κύκλο. Το ερώτημα της μετά το Ταμείο εποχής απαντιέται στην παραγωγικότητα (αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων)· η παραγωγικότητα στην ενέργεια και στην τεχνολογία· η ενεργειακή ασφάλεια στην πράσινη μετάβαση και στη γεωπολιτική. Η γεωπολιτική ισχύς ξαναγυρίζει στην οικονομία αφού η οικονομική ασφάλεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη. Ανθεκτικότητα είναι το όνομα αυτού του πλέγματος πολιτικών. Γι’ αυτό οι μονοθεματικές πολιτικές παράγουν εύθραυστες ισορροπίες: μεγέθυνση χωρίς ανθεκτικότητα γίνεται φούσκα, ισχύς χωρίς οικονομική βάση γίνεται υπερέκταση και ευημερία χωρίς παραγωγική βάση γίνεται πελατειακή κατανομή.
Το στοίχημα, τελικά, είναι δυναμικό. Απαιτεί στρατηγική που αντέχει σε όλα τα εύλογα σενάρια του μέλλοντος – όχι μόνο στο πιθανότερο· συνέχεια πέρα από τους εκλογικούς κύκλους. Η Ελλάδα απέδειξε ότι ανακάμπτει από τις κρίσεις αφού διαθέτει μια σκληροτράχηλη και επίμονη κοινωνία. Το ζητούμενο τώρα είναι ανώτερο: να μη χρειάζεται κάθε φορά να ανακάμπτει από την αρχή. Γι’ αυτό όμως είναι απαραίτητη μια διαχρονική σταθερότητα διακυβέρνησης.
Ο κ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ
Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ








































