Αρκετές αραβικές χώρες του Κόλπου ενημέρωσαν οι ΗΠΑ ότι θα πρέπει να είναι προετοιμασμένες για μια σύντομη αλλά έντονη στρατιωτική εκστρατεία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, σύμφωνα με πρόσωπα που έχουν γνώση των σχετικών συνομιλιών.
Οι επικοινωνίες μέσω διπλωματικών και στρατιωτικών διαύλων ενισχύουν τις ενδείξεις ότι η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ εξετάζουν την επανέναρξη μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων κατά του Ιράν, με στόχο να περιορίσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης και να την οδηγήσουν σε διαπραγματεύσεις, σημειώνει η Wall Street Journal.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει λάβει οριστική απόφαση, ωστόσο, σύμφωνα με πηγές της Journal, κλίνει προς μια ευρείας κλίμακας επίθεση μετά τις εκλογές. Στο ενδεχόμενο αυτό περιλαμβάνονται πλήγματα σε ιρανικές υποδομές και πυρηνικές εγκαταστάσεις. Εναλλακτική παραμένει η επίτευξη συμφωνίας μέσω διαπραγματεύσεων, αν και οι προσπάθειες των περιφερειακών διαμεσολαβητών δεν έχουν αποδώσει μέχρι στιγμής.
«Μπορεί να κάνουμε άλλη μία μικρή επιχείρηση Epic Fury. Ή μπορεί να συμφωνήσουν», δήλωσε ο Τραμπ σε προεκλογική συγκέντρωση, αναφερόμενος στην εκτεταμένη αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία βομβαρδισμών της άνοιξης. Ο Λευκός Οίκος απέφυγε να σχολιάσει συγκεκριμένα στρατιωτικά σχέδια, επαναλαμβάνοντας ότι ο πρόεδρος διατηρεί όλες τις επιλογές ανοιχτές, ώστε το Ιράν να μην αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο. Παράλληλα, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν θα εξαπολύσει επίθεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Εντατικοποίηση προετοιμασιών από ΗΠΑ
Οι στρατιωτικές προετοιμασίες, πάντως, εντείνονται. Οι ΗΠΑ μεταφέρουν ένα επιπλέον αντιαεροπορικό σύστημα Patriot από το Τέξας στο Ισραήλ, ενώ έχουν απομακρύνει στρατιωτικό προσωπικό από βάσεις στη Μέση Ανατολή που θεωρούνται ευάλωτες σε ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα. Οι αμερικανικές δυνάμεις αναπληρώνουν τα αποθέματα πυρομαχικών, ενώ βομβαρδιστικά και μαχητικά αεροσκάφη προετοιμάζονται για πιθανές επιχειρήσεις.
Επιπλέον, ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου και μονάδα πεζοναυτών αναμένεται να ενισχύσουν τον αμερικανικό στόλο στην περιοχή τον επόμενο μήνα. Η δύναμη περιλαμβάνει περίπου 20 ακόμη πολεμικά πλοία, αν και ορισμένα ενδέχεται να αποχωρήσουν στο πλαίσιο εναλλαγής μονάδων.
Το οικονομικό κόστος του πολέμου, που διανύει τον όγδοο μήνα του, υπολογίζεται σε 47,1 δισ. δολάρια έως τα μέσα Οκτωβρίου, χωρίς να περιλαμβάνονται οι ζημιές στις αμερικανικές βάσεις. Περίπου 29 δισ. δολάρια, δηλαδή σχεδόν το 60% του συνολικού ποσού, αποδίδονται στην κατανάλωση πυρομαχικών, μεταξύ των οποίων πύραυλοι Tomahawk και Patriot.
Η νέα στρατιωτική επιλογή θα σηματοδοτούσε μετατόπιση από την οικονομική πίεση που ασκεί η Ουάσιγκτον στην Τεχεράνη. Οι αυστηρότερες κυρώσεις και ο ναυτικός αποκλεισμός έχουν περιορίσει τις εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν, τις αεροπορικές συνδέσεις και μέρος του χερσαίου εμπορίου, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη προβληματική οικονομία του.
Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι οι νέοι βομβαρδισμοί δεν εγγυώνται πολιτική υποχώρηση του ιρανικού καθεστώτος. Το Ιράν έχει αντέξει περισσότερα από 20.000 αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα κατά την εντονότερη φάση του πολέμου, διατηρώντας σημαντικό απόθεμα βαλλιστικών πυραύλων και ενισχύοντας τις αμυντικές του δυνατότητες. Παράλληλα, επανασυγκροτεί την παραγωγή πυραύλων χρησιμοποιώντας αποθηκευμένα εξαρτήματα.

Προειδοποιήσεις από Τεχεράνη
Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση νέας επίθεσης θα απαντήσει με σκληρά πλήγματα σε οικονομικούς και πολιτικούς στόχους σε ολόκληρη την περιοχή. Μια τέτοια εξέλιξη θα δοκίμαζε ακόμη περισσότερο τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στον Κόλπο, τα οποία έχουν ήδη επιβαρυνθεί από τις ιρανικές επιθέσεις.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το πυρηνικό ζήτημα. Ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι, δήλωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι δεν έχουν εντοπιστεί δραστηριότητες αποκατάστασης των εγκαταστάσεων που υπέστησαν ζημιές, αλλά η υπηρεσία δεν έχει πρόσβαση σε αυτές για να επαληθεύσει την κατάσταση ή να αποκλείσει την εκτροπή πυρηνικού υλικού.
Για τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, η επανέναρξη των επιθέσεων αποτελεί μέσο περαιτέρω αποδυνάμωσης της Τεχεράνης. Ωστόσο, επικριτές της στρατιωτικής στρατηγικής εκτιμούν ότι νέα πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές ή ανώτατους αξιωματούχους μπορεί να συσπειρώσουν το καθεστώς και να ενισχύσουν την αποφασιστικότητά του να συνεχίσει τα πυραυλικά και πυρηνικά προγράμματά του.
Έτσι, η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: να κλιμακώσει τη στρατιωτική πίεση με απρόβλεπτες περιφερειακές συνέπειες ή να επιμείνει στις κυρώσεις και στον αποκλεισμό, επιδιώκοντας μια συμφωνία που παραμένει προς το παρόν μακριά.





































