Καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστούν οι χώρες τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου είναι η διάρκεια του πολέμου στο Ιράν. Αυτό επεσήμανε ο γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ, μιλώντας στους FT, εξηγώντας πως οποιαδήποτε απόφαση εξαρτάται από το πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση και από το πότε θα αποκατασταθούν οι παγκόσμιες ροές πετρελαίου.
Ερωτηθείς αν έχουν ήδη ξεκινήσει συνομιλίες για μια δεύτερη συντονισμένη αποδέσμευση αποθεμάτων, ο Λεσκίρ ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα δεν συζητήθηκε κατά τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G7 στο Παρίσι νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, στην οποία συμμετείχε και ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ.
«Δεν μπορούμε να απελευθερώνουμε αποθέματα —που από τη φύση τους είναι περιορισμένα— χωρίς να έχουμε σαφή εικόνα για τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης», τόνισε ο Γάλλος υπουργός. Όπως εξήγησε, ακόμη και αν ανοίξει ξανά το Στενό του Ορμούζ, θα χρειαστούν εβδομάδες μέχρι να αποκατασταθούν πλήρως οι προμήθειες πετρελαίου προς την Ευρώπη, την Ασία και άλλες αγορές. Γι’ αυτό, όπως είπε, καθοριστικό ρόλο θα παίξει το χρονοδιάγραμμα επανεκκίνησης των θαλάσσιων ροών.
«Μόνο τότε θα είχε νόημα να εξεταστεί μια νέα αποδέσμευση αποθεμάτων, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση από τη σημερινή φάση στην επόμενη. Προς το παρόν, οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν», υπογράμμισε.
Η αποδέσμευση αποθεμάτων έριξε τις τιμές
Τον Μάρτιο, οι 32 χώρες-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) είχαν προχωρήσει σε κοινή αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου και διυλισμένων καυσίμων, με στόχο να περιοριστούν οι ελλείψεις που προκάλεσε ο πόλεμος. Η παρέμβαση εκείνη συνέβαλε στη μείωση των τιμών και στην αποκλιμάκωση της αστάθειας στις αγορές, ωστόσο τα διαθέσιμα αποθέματα αναμένεται να εξαντληθούν μέσα στις επόμενες εβδομάδες.
Παρότι οι αποφάσεις για συντονισμένες αποδεσμεύσεις λαμβάνονται συλλογικά από τα μέλη του IEA, κάθε χώρα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δικά της στρατηγικά αποθέματα κατά βούληση. Η Γαλλία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο και στις διαβουλεύσεις της G7 πριν από την απόφαση του Μαρτίου.
Ο εκτελεστικός διευθυντής του IEA, Φατίχ Μπιρόλ, δήλωσε την Πέμπτη ότι βρίσκεται «σε συνεχή επαφή» με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών για την παρακολούθηση της κρίσης. Όπως ανέφερε, ο οργανισμός είναι «έτοιμος να δράσει άμεσα», ωστόσο οποιαδήποτε νέα αποδέσμευση θα εξαρτηθεί από την πορεία των αγορών και από τη συλλογική απόφαση των κυβερνήσεων.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τη σημερινή ενεργειακή κρίση σοβαρότερη ακόμη και από τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970 και τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας μαζί, σημειώνοντας πάντως ότι τα στρατηγικά αποθέματα έχουν λειτουργήσει μέχρι στιγμής ως σημαντικό «μαξιλάρι» προστασίας.

Το πετρέλαιο επέστρεψε ταχύτατα σε ανοδική πορεία
Οι τιμές του πετρελαίου είχαν υποχωρήσει πάνω από 11% μετά την αποδέσμευση του Μαρτίου, πέφτοντας κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, η ανοδική πορεία επέστρεψε γρήγορα και το Brent διαπραγματευόταν την Πέμπτη στα 108 δολάρια το βαρέλι.
Οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν έχουν ήδη επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη, ενισχύοντας τον πληθωρισμό και αυξάνοντας τις πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξης για την ΕΕ στο 0,9% για φέτος, από 1,2% προηγουμένως, ενώ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα φτάσει το 3%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 1,9%.
Παράλληλα, συνεχίζονται από τις αρχές Απριλίου οι έμμεσες συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με μια εύθραυστη εκεχειρία να παραμένει σε ισχύ. Ωστόσο, το Στενό του Ορμούζ — από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG — παραμένει ουσιαστικά κλειστό, λόγω των φόβων για πιθανές επιθέσεις της Τεχεράνης σε εμπορικά πλοία.
Η αβεβαιότητα αυτή έχει οδηγήσει τόσο τη Fed όσο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επιτόκια, επικαλούμενες την αδυναμία εκτίμησης των πραγματικών οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης.
«Σε έναν τόσο αβέβαιο κόσμο, δεν είναι εύκολο να είσαι κεντρικός τραπεζίτης», σχολίασε ο Λεσκίρ, εξηγώντας ότι οι νομισματικές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα κρίσιμο δίλημμα: αν η παγκόσμια οικονομία οδεύει προς ύφεση ή προς στασιμοπληθωρισμό.
Στη Γαλλία, η πίεση προς την κυβέρνηση αυξάνεται, καθώς πολίτες και επιχειρήσεις ζητούν μεγαλύτερη στήριξη απέναντι στο αυξημένο κόστος καυσίμων. Ωστόσο, το Παρίσι παραμένει επιφυλακτικό λόγω του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος, που ανέρχεται ήδη στο 5,1% του ΑΕΠ.
Αρχικά, η γαλλική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει πακέτο στήριξης ύψους 470 εκατ. ευρώ για χαμηλόμισθους και πληττόμενους κλάδους, όπως η γεωργία και η αλιεία. Την Παρασκευή, πρόσθεσε ακόμη 710 εκατ. ευρώ, αναγνωρίζοντας ότι η κρίση έχει μεγαλύτερη διάρκεια από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν.
Η γαλλική οικονομία παρέμεινε στάσιμη το πρώτο τρίμηνο του έτους, ενώ η ανεργία αυξήθηκε στο 8,1%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών. Σύμφωνα με τον Λεσκίρ, ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη επιβαρύνει τη Γαλλία με τουλάχιστον 6 δισ. ευρώ επιπλέον κόστος, κυρίως λόγω αυξημένων πληρωμών τόκων και χαμηλότερων φορολογικών εσόδων.
Παρά τις πιέσεις, ο Γάλλος υπουργός εκτίμησε ότι η οικονομία της χώρας παραμένει σχετικά ανθεκτική χάρη στην εκτεταμένη χρήση πυρηνικής ενέργειας και στο ισχυρό σύστημα κοινωνικής προστασίας.
«Προς το παρόν αντέχουμε αρκετά καλά απέναντι σε αδιαμφισβήτητες αντιξοότητες. Γι’ αυτό μιλώ για πορτοκαλί προειδοποιητικά φώτα και όχι για κόκκινο συναγερμό», κατέληξε.



![Κοινωνική αντιπαροχή: Οι όροι για τα ακίνητα που θα βγουν στην αγορά [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/04/akinita1-e1727899707686-1024x684-1-1.jpg)

































