Τη θέση ότι οι κρατικές ενισχύσεις για τους καλλιεργητές μηδικής αποδόθηκαν με βάση σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία προέκυψαν από τις επιπτώσεις της επιζωοτίας της ευλογιάς προβάτων, επανέλαβε από το βήμα της Βουλής ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Βουλευτής Λευκάδας Αθανάσιος Καββαδάς, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση της ανεξάρτητης βουλευτού Γιώτας Πούλου για την Π.Ε. Βοιωτίας.
Ο υφυπουργός ανέφερε ότι από την πρώτη στιγμή εμφάνισης της επιζωοτίας της ευλογιάς προβάτων, εφαρμόστηκαν όλα τα προβλεπόμενα εθνικά και ευρωπαϊκά πρωτόκολλα για τον περιορισμό της νόσου, με βασικό στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας, του ζωικού κεφαλαίου και της βιωσιμότητας της πρωτογενούς παραγωγής.
Αφορολόγητες, ακατάσχετες και ανεκχώρητες οι ενισχύσεις στη μηδική
Στο πλαίσιο αυτό, όπως ανέφερε, καταβλήθηκαν αποζημιώσεις για την κάλυψη του αυξημένου κόστους ζωοτροφών που προέκυψε λόγω των περιοριστικών μέτρων. Ειδικά για τη Βοιωτία σημείωσε ότι έχουν ήδη χορηγηθεί ενισχύσεις ύψους 1.062.264 ευρώ σε 321 δικαιούχους για ζωοτροφές, γεγονός που αποδεικνύει, όπως είπε, ότι η Πολιτεία στήριξε τους παραγωγούς όπου υπήρχε σχετική ανάγκη.
Η μηδική
Αναφερόμενος ειδικότερα στη μηδική, ο κ. Καββαδάς εξήγησε ότι η ενίσχυση δεν δόθηκε αυθαίρετα, αλλά στηρίχθηκε σε συγκεκριμένα αντικειμενικά κριτήρια. Όπως ανέφερε, οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στη διακίνηση ζωοτροφών και μηδικής στις περιοχές όπου είχαν εμφανιστεί κρούσματα ευλογιάς οδήγησαν σε αδυναμία διάθεσης της παραγωγής εκτός των ζωνών προστασίας και επιτήρησης, με αποτέλεσμα τη σημαντική πτώση των τιμών παραγωγού.
Οι συνθήκες αυτές, όπως υπογράμμισε, ίσχυσαν σε 16 Περιφερειακές Ενότητες της χώρας Αιτωλοακαρνανίας, Αχαΐας, Έβρου, Ημαθίας, Καβάλας, Καρδίτσας, Κοζάνης, Λάρισας, Μαγνησίας, Ξάνθης, Πιερίας, Ροδόπης, Σερρών, Τρικάλων, Φωκίδας και Χαλκιδικής, όπου οι καλλιεργητές δεν μπορούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα να διαθέσουν ελεύθερα τη μηδική τους. Για τον λόγο αυτό διατέθηκαν συνολικά σχεδόν 30 εκατ. ευρώ στους δικαιούχους, ενώ πρόσφατα ψηφίστηκε και η διάταξη που καθιστά τις συγκεκριμένες ενισχύσεις αφορολόγητες, ακατάσχετες και ανεκχώρητες, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα φτάσουν στο σύνολό τους στους παραγωγούς.
Ο υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι η περίπτωση της Βοιωτίας ήταν διαφορετική. Όπως τόνισε, μέχρι σήμερα στην Περιφερειακή Ενότητα δεν έχει επιβεβαιωθεί ούτε ένα κρούσμα ευλογιάς αιγοπροβάτων, ενώ κατά το κρίσιμο διάστημα από τον Μάιο έως και τον Σεπτέμβριο του 2025 δεν είχε ενταχθεί σε ζώνη προστασίας ή επιτήρησης. Κατά συνέπεια, δεν επιβλήθηκαν περιορισμοί στη διακίνηση και στη διάθεση ζωοτροφών, στοιχείο που αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή στο συγκεκριμένο πρόγραμμα ενίσχυσης.
Η περίπτωση της Βοιωτίας
Ο κ. Καββαδάς απέρριψε τον ισχυρισμό περί άδικου αποκλεισμού των παραγωγών της Βοιωτίας, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για περιορισμούς ή οικονομική ζημία από μέτρα που ουδέποτε εφαρμόστηκαν στην περιοχή. Παράλληλα, σημείωσε ότι ούτε οι όμορες Περιφερειακές Ενότητες επηρέασαν τη Βοιωτία, καθώς οι εστίες που εμφανίστηκαν στη Φωκίδα και τη Φθιώτιδα βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση από τα σύνορά της.
Ο ΥφΑΑΤ υπογράμμισε ότι αξιολογείται κάθε διαθέσιμο χρηματοδοτικό και θεσμικό εργαλείο, προκειμένου περιοχές που δεν εντάχθηκαν στη συγκεκριμένη ενίσχυση να μπορούν να συμπεριληφθούν σε επόμενα προγράμματα ή σε άλλα κατάλληλα μέτρα στήριξης, εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και το επιτρέπει το ισχύον ευρωπαϊκό και εθνικό κανονιστικό πλαίσιο.
«Η θέση μας είναι απολύτως ξεκάθαρη: κανένας παραγωγός μηδικής που δικαιούται στήριξη δεν πρέπει να μείνει εκτός. Αυτή είναι η πολιτική μας βούληση, με συνέπεια, σοβαρότητα και αίσθημα ευθύνης», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Καββαδάς επανέλαβε ότι η κυβέρνηση παραμένει σταθερά δίπλα στους ανθρώπους του πρωτογενούς τομέα καταβάλλοντας τις προηγούμενες μέρες 1,1 δισ. ευρώ, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι παραγωγοί και οι κτηνοτρόφοι. Υπογράμμισε ότι στόχος του Υπουργείου είναι η ουσιαστική ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα μέσα από πολιτικές που στηρίζουν το αγροτικό εισόδημα, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας και αντιμετωπίζουν έγκαιρα τα προβλήματα που προκύπτουν, με σεβασμό στους κανόνες και στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο.







































