Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ενωση οικοδόμησε ένα εκτεταμένο κανονιστικό πλαίσιο για την ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στην επιχειρηματικότητα. Η Οδηγία για την Αναφορά Εταιρικής Βιωσιμότητας (CSRD), τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας (ESRS) και ο Κανονισμός Ταξινόμησης της ΕΕ (EU Taxonomy) αποτέλεσαν βασικούς πυλώνες αυτής της προσπάθειας, επιδιώκοντας την ενίσχυση της διαφάνειας, τη συγκρισιμότητα των πληροφοριών και την αποτελεσματικότερη κατεύθυνση των κεφαλαίων προς βιώσιμες επενδύσεις.
Ωστόσο, η εφαρμογή του πλαισίου ανέδειξε και σημαντικές αδυναμίες. Η έκταση των απαιτούμενων γνωστοποιήσεων, η πολυπλοκότητα των τεχνικών προτύπων και το κόστος συμμόρφωσης δημιούργησαν αυξημένες πιέσεις στις επιχειρήσεις. Παράλληλα, η ανάγκη συλλογής, επεξεργασίας και επαλήθευσης μεγάλου όγκου δεδομένων κατέστησε τη συμμόρφωση πολύ απαιτητική, ακόμη και για οργανισμούς με ανεπτυγμένες διοικητικές και τεχνολογικές υποδομές.
Η απάντηση ήρθε με το «πακέτο Omnibus». Στόχος του είναι η απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου, η μείωση των διοικητικών επιβαρύνσεων και η καλύτερη στόχευση των υποχρεώσεων, χωρίς να υπονομεύεται η αξιοπιστία των πληροφοριών βιωσιμότητας.
Οι βασικές αλλαγές: Περιορισμός του πεδίου εφαρμογής και απλούστευση των υποχρεώσεων
Στο επίκεντρο του Omnibus βρίσκεται η αναθεώρηση των απαιτήσεων εταιρικής αναφοράς βιωσιμότητας και δέουσας επιμέλειας, με έμφαση στον περιορισμό του αριθμού των επιχειρήσεων που υπάγονται στις σχετικές υποχρεώσεις, στη μείωση των απαιτούμενων δεδομένων και στην αποφυγή δυσανάλογων επιβαρύνσεων.
Ειδικότερα, η κατεύθυνση των αλλαγών στη CSRD είναι ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής, ώστε οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων να επικεντρώνονται περισσότερο στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Η μεταβολή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες, ακόμη και όταν δεν υπάγονται άμεσα στο κανονιστικό πλαίσιο, συχνά καλούνται να παρέχουν πληροφορίες βιωσιμότητας σε μεγαλύτερους πελάτες, προμηθευτές ή χρηματοδοτικούς φορείς.
Σημαντική διάσταση της μεταρρύθμισης αποτελεί, επίσης, η προσπάθεια περιορισμού των πληροφοριών που μπορούν να ζητούνται από επιχειρήσεις εκτός του άμεσου πεδίου εφαρμογής. Η λογική είναι να αποτραπεί η έμμεση μεταφορά δυσανάλογων υποχρεώσεων στις μικρότερες επιχειρήσεις μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας, χωρίς να διακυβεύεται η πρόσβαση σε ουσιώδη δεδομένα.
Παράλληλα, επιδιώκεται η απλούστευση των ESRS, με τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων γνωστοποίησης και τη μείωση της περιττής λεπτομέρειας. Η διπλή ουσιαστικότητα, η οποία εξετάζει τόσο τις επιπτώσεις μιας επιχείρησης στο περιβάλλον και στην κοινωνία όσο και τους κινδύνους και τις ευκαιρίες βιωσιμότητας για την ίδια, παραμένει βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής προσέγγισης. Η πρόκληση είναι να εφαρμοστεί με τρόπο που να εστιάζει στις πραγματικά σημαντικές πληροφορίες και όχι στην παραγωγή εκτεταμένων αναφορών χωρίς αντίστοιχη χρησιμότητα.
Το πακέτο περιλαμβάνει, ακόμη, παρεμβάσεις στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας για τη βιωσιμότητα (CSDDD), με στόχο την απλούστευση των διαδικασιών και την αναλογικότερη αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων και τις αλυσίδες αξίας τους.
Λιγότερες γνωστοποιήσεις, περισσότερη ουσία
Η ευρωπαϊκή πολιτική αναζητεί μια νέα ισορροπία ανάμεσα στη διαφάνεια, την υπεύθυνη επιχειρηματικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Το ζητούμενο δεν είναι η εγκατάλειψη των στόχων βιωσιμότητας, αλλά η διαμόρφωση ενός απλούστερου, αναλογικότερου και αποτελεσματικότερου συστήματος που θα υπηρετεί τόσο τις ανάγκες των επιχειρήσεων όσο και τις μακροπρόθεσμες προτεραιότητες της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η απλοποίηση δεν πρέπει να ταυτιστεί με την αποδυνάμωση των παραγόντων βιωσιμότητας. Αντιθέτως, μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για τη μετάβαση από μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στον όγκο των πληροφοριών σε ένα σύστημα που αξιολογεί την ποιότητα και τη χρησιμότητά τους.
Η ευρωπαϊκή πρόκληση
Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού, γεωπολιτικών εντάσεων και τεχνολογικών ανακατατάξεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς την ενεργειακή πολιτική και τις υποχρεώσεις βιωσιμότητας, ενώ η Κίνα ενισχύει τη θέση της σε κρίσιμες τεχνολογίες, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε σημαντικά τμήματα των σχετικών αλυσίδων εφοδιασμού.
Σε αυτό το περιβάλλον, το ζητούμενο είναι ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διοχετεύουν περισσότερους πόρους στην καινοτομία και στον παραγωγικό μετασχηματισμό και όχι σε δυσανάλογα διοικητικά βάρη.
Ωστε η βιωσιμότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως κανονιστική υποχρέωση, αλλά ως παράγοντας παραγωγικότητας, ενεργειακής ασφάλειας, καινοτομίας, διαχείρισης κινδύνων, ανθεκτικότητας.
Παράλληλα, η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να επιδιωχθεί εις βάρος της κοινωνικής συνοχής, των εργασιακών δικαιωμάτων, της ισότητας και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας προϋποθέτει την ταυτόχρονη ενίσχυση της οικονομικής ελευθερίας, της κοινωνικής προστασίας και της πρόσβασης των πολιτών σε βασικά αγαθά και ευκαιρίες.
Η Ενωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων
Η Ενωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union – SIU) επιδιώκει να κινητοποιήσει αποτελεσματικότερα τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, να διευκολύνει τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και να ενισχύσει τη διασυνοριακή λειτουργία των κεφαλαιαγορών.
Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, απαιτείται ένα πλαίσιο που συνδυάζει την απλοποίηση με τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη. Η ποιότητα των πληροφοριών βιωσιμότητας αποτελεί σημαντικό στοιχείο αυτής της εξίσωσης, καθώς επιτρέπει στους επενδυτές να αξιολογούν κινδύνους, να συγκρίνουν επιχειρήσεις και να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Επιπλέον, η αναλογικότερη ρύθμιση μπορεί να ενισχύσει τη συμμετοχή των επιχειρήσεων στις κεφαλαιαγορές, ιδίως όταν συνοδεύεται από σαφείς κανόνες και αποτελεσματική εποπτεία. Ταυτόχρονα, η αποφυγή παραπλανητικών ή ατεκμηρίωτων ισχυρισμών βιωσιμότητας παραμένει αναγκαία προϋπόθεση για την προστασία των επενδυτών.
Ο ρόλος της κεφαλαιαγοράς
Το ESG στην Ευρώπη έχει περάσει σε μια νέα φάση. Η συζήτηση αφορά πλέον το κόστος χρηματοδότησης, τη διαχείριση κινδύνων, την πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι πώς θα εφαρμόσουμε τους κανόνες με τρόπο που να υπηρετεί αυτές τις ανάγκες και ταυτόχρονα να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην άκριτη συσσώρευση υποχρεώσεων ούτε στην αποδυνάμωση της πληροφόρησης, αλλά σε ένα πλαίσιο σαφές, αναλογικό και αξιόπιστο. Με δεδομένα που έχουν πραγματική αξία για τις αποφάσεις των επενδυτών, με απαιτήσεις ανάλογες προς το μέγεθος και τη δραστηριότητα κάθε επιχείρησης και με εποπτεία που προστατεύει την εμπιστοσύνη στην αγορά.
Αυτό το πλαίσιο προϋποθέτει εμπιστοσύνη σε μια σταθερή και αξιόπιστη αγορά, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αντίστοιχη εποπτική προσέγγιση. Οι εποπτικές αρχές καλούνται να συμβάλλουν στη συνεπή εφαρμογή των κανόνων, να περιορίζουν αποκλίσεις που δυσκολεύουν τη σύγκριση και να εντοπίζουν περιπτώσεις όπου οι γνωστοποιήσεις δίνουν ελλιπή ή παραπλανητική εικόνα. Αυτό απαιτεί διάλογο με τις επιχειρήσεις και τους ελεγκτές, σαφείς προσδοκίες, αναλογική προσέγγιση και συνεργασία.
Ως Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον ρόλο αυτόν τον υπηρετούμε εντάσσοντας στον στρατηγικό μας σχεδιασμό τη διαμόρφωση ενός ρυθμιστικού περιβάλλοντος που προστατεύει τους επενδυτές, στηρίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της αγοράς.
*Η κυρία Νατάσα Στάμου είναι αντιπρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και πρόεδρος Συνεγγυητικού Κεφαλαίου




















![120 δόσεις: Ποιες οφειλές εντάσσονται στην ρύθμιση – Ποιες οφειλές εξαιρούνται [Μέρος 1ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/09/ti_einai_ta_omologa_kindunoi_kai_apodoseis_featured.jpg)



![Η Δέουσα Επιμέλεια πελάτη [Μέρος 2ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/ot_tax_return-1024x600-1.png)













