Για να κατανοήσουμε γιατί σήμερα ο λογιστής – φοροτεχνικός καλείται να γνωρίζει τον πελάτη του, να αξιολογεί κινδύνους και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να λαμβάνει μέτρα Δέουσας Επιμέλειας, πρέπει να αναζητήσουμε την αφετηρία αρκετές δεκαετίες πίσω. Το σύγχρονο σύστημα AML/CFT δεν δημιουργήθηκε εξαρχής με τη σημερινή του μορφή αλλά εξελίχθηκε σταδιακά, καθώς έγινε αντιληπτό ότι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος δεν μπορούσε να περιορίζεται στη δίωξη της εγκληματικής πράξης. Έπρεπε να αντιμετωπιστεί και η προσπάθεια εισαγωγής των παράνομων εσόδων στη νόμιμη οικονομία.
Η FATF και η δημιουργία ενός διεθνούς προτύπου: Καθοριστικό σημείο υπήρξε η δημιουργία, το 1989, της Financial Action Task Force [FATF] από την Ομάδα των G7. Το 1990 η FATF παρουσίασε τις πρώτες 40 Συστάσεις, συγκροτώντας ένα διεθνές πλαίσιο μέτρων κατά της νομιμοποίησης εσόδων. Οι Συστάσεις εξελίχθηκαν στη συνέχεια και σήμερα αποτελούν διεθνώς αναγνωρισμένο σημείο αναφοράς για τα συστήματα AML/CFT. Η σημασία της FATF βρίσκεται και σε κάτι βαθύτερο γιατί δημιούργησε σταδιακά μία κοινή γλώσσα κινδύνου και πρόληψης.
Η ταυτοποίηση του πελάτη, η αναζήτηση του Πραγματικού Δικαιούχου, η παρακολούθηση της επιχειρηματικής σχέσης, η αξιολόγηση κινδύνου και η αναφορά ύποπτων συναλλαγών δεν αποτελούν ασύνδετες μεταξύ τους υποχρεώσεις. Είναι επιμέρους στοιχεία ενός συστήματος που επιχειρεί να εμποδίσει τη νόμιμη οικονομία και τους επαγγελματίες της να χρησιμοποιηθούν ως δίαυλοι για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.
Από το χρηματοπιστωτικό σύστημα στους επαγγελματίες: Η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολούθησε αυτή την εξέλιξη. Η πρώτη Οδηγία, 91/308/ΕΟΚ, επικεντρωνόταν ουσιαστικά στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στη νομιμοποίηση εσόδων που συνδεόταν με αδικήματα ναρκωτικών. Με την Οδηγία 2001/97/ΕΚ το πεδίο διευρύνθηκε τόσο ως προς τα βασικά αδικήματα όσο και ως προς τις επαγγελματικές δραστηριότητες που υπάγονταν στο σύστημα. Η ίδια η ευρωπαϊκή νομοθεσία αναγνωρίζει αυτή την εξέλιξη. Ακολούθησε η Οδηγία 2005/60/ΕΚ, ενώ η Οδηγία (ΕΕ) 2015/849, γνωστή ως 4η AML Directive, εδραίωσε ακόμη περισσότερο τη βασισμένη στον κίνδυνο προσέγγιση, ενώ η Οδηγία (ΕΕ) 2018/843 ενίσχυσε περαιτέρω το πλαίσιο. Η πορεία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία διότι η καταπολέμηση του ξεπλύματος έπαψε προ πολλού να θεωρείται αποκλειστική υπόθεση των τραπεζών.
Και ο λογιστής – φοροτεχνικός; την Ελλάδα, κεντρικό νομοθέτημα είναι σήμερα ο Ν.4557/2018, όπως ισχύει, μέσω του οποίου διαμορφώνεται το βασικό εθνικό πλαίσιο πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Το πλαίσιο αυτό ενσωμάτωσε την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, για την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843. Εδώ βρίσκεται και η ουσία για τον επαγγελματία, με δεδομένο ότι, οι υποχρεώσεις Δέουσας Επιμέλειας δεν αποτελούν μία απομονωμένη Ελληνική νομοθετική επιλογή αλλά τον τελευταίο κρίκο μιας θεσμικής αλυσίδας: Διεθνή Πρότυπα → Ευρωπαϊκό Δίκαιο → Εθνική Νομοθεσία → Επαγγελματική Εφαρμογή. Η κατανόηση αυτής της διαδρομής βοηθά να αποφύγουμε ένα συχνό λάθος, ήτοι να αντιμετωπίζουμε τις υποχρεώσεις AML/CFT ως έναν κατάλογο εντύπων που πρέπει απλώς να συμπληρωθούν.
Πίσω από κάθε υποχρέωση υπάρχει ένας συγκεκριμένος σκοπός, ήτοι να γνωρίζει ο επαγγελματίας με ποιον συναλλάσσεται, να κατανοεί τη σχέση και να μπορεί να αναγνωρίζει πότε τα πραγματικά δεδομένα παύουν να συμβαδίζουν με όσα εύλογα αναμένονται και αυτό όμως οδηγεί στο επόμενο κρίσιμο ερώτημα: «Πότε ακριβώς ο λογιστής – φοροτεχνικός θεωρείται υπόχρεο πρόσωπο και τι συνεπάγεται αυτή η ιδιότητα;».
Γιώργος Α. Κορομηλάς
Φορολογικός σύμβουλος – Συγγραφέας φορολογικών βιβλίων
Διευθυντής Φορολογικού τμήματος Tax Advisors I.K.E.
Πρόεδρος Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών








































