Μπορεί η Ελλάδα να υποδέχεται περισσότερους από 43 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως και ταυτόχρονα το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειάς της να παραμένει ουσιαστικά εκτός τουριστικής ανάπτυξης; Μπορεί ο τουρισμός να θεωρείται από ορισμένους αιτία των διαρθρωτικών αδυναμιών της οικονομίας, όταν αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους διεθνώς ανταγωνιστικούς κλάδους της; Και τελικά, πόσο απέχει η πραγματικότητα από τις διαδεδομένες αντιλήψεις για τη συμβολή και τις επιπτώσεις του τουρισμού;
Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα επιδιώκει να δώσει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», η οποία επιχειρεί να διαχωρίσει τους μύθους από τις πραγματικές αδυναμίες ενός κλάδου που καταγράφει συνεχώς ιστορικά υψηλά, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα.
Το 2025 οι διεθνείς αφίξεις έφθασαν τα 43,3 εκατομμύρια, συμπεριλαμβανομένης της κρουαζιέρας, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, χωρίς την κρουαζιέρα, διαμορφώθηκαν στα 22,6 δισ. ευρώ. Η άμεση συνεισφορά του τουρισμού αντιστοιχούσε στο 13% του ΑΕΠ και η συνολική, άμεση και έμμεση, υπολογίζεται περίπου στο 30%.
Ωστόσο, πίσω από αυτούς τους εντυπωσιακούς αριθμούς διαμορφώνεται μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα.
Αρχικά η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», που εκπονήθηκε από τους Άρη Ίκκο και Ευαγγελία Λάμπρου, υπό τον συντονισμό του γενικού διευθυντή του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλία Κικίλια, επιχειρεί να διαχωρίσει την πραγματικότητα από τις γενικεύσεις που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο, να καταρρίψει ορισμένες διαδεδομένες αντιλήψεις για τον ελληνικό τουρισμό, από την υποτιθέμενη «μονοκαλλιέργεια» της οικονομίας μέχρι τον γενικευμένο υπερτουρισμό και την κατάληψη των ελληνικών ακτών από τα ξενοδοχεία.
Τα στοιχεία του 2025 αποτυπώνουν μια δραστηριότητα ιστορικών επιδόσεων: 37,98 εκατομμύρια διεθνείς αφίξεις, χωρίς την κρουαζιέρα, και επιπλέον 5,33 εκατομμύρια αφίξεις επιβατών κρουαζιέρας. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφθασαν τα 22,6 δισ. ευρώ, χωρίς την κρουαζιέρα, ενώ η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στην ελληνική οικονομία ανήλθε στα 32,4 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 13% του ΑΕΠ.
Η συνολική, άμεση και έμμεση συνεισφορά, με βάση τους πολλαπλασιαστές που χρησιμοποιεί το ΙΝΣΕΤΕ, εκτιμάται μεταξύ 28,7% και 34,6% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, η εντυπωσιακή ανάπτυξη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα ούτε στον χώρο ούτε στον χρόνο, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν συνοδεύονται πάντοτε από την αναγκαία αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών.
Οι μύθοι που αμφισβητούνται
Μύθος πρώτος: Η Ελλάδα μετατρέπεται σε «οικονομία των καφέ»
Η άποψη ότι η τουριστική ανάπτυξη εκτοπίζει τη μεταποίηση και άλλες παραγωγικές δραστηριότητες αποτελεί ένα από τα βασικά αφηγήματα που επιχειρεί να αντικρούσει το ΙΝΣΕΤΕ.
Σύμφωνα με τη μελέτη, τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν ότι η αύξηση του τουρισμού πραγματοποιείται εις βάρος των υπόλοιπων εξωστρεφών κλάδων.
Αντίθετα, την περίοδο 2014–2025 οι εξαγωγές αγαθών σε σταθερές τιμές αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,74%, έναντι 2,94% των εισπράξεων από τον εισερχόμενο τουρισμό. Παράλληλα, την περίοδο 2015–2025 η παραγωγή της μεταποιητικής βιομηχανίας αυξανόταν κατά μέσο όρο 3,1% ετησίως και η απασχόληση στον κλάδο κατά 2,8%.
Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται από το ΙΝΣΕΤΕ για να υποστηρίξει ότι ο τουρισμός και η μεταποίηση μπορούν να αναπτύσσονται παράλληλα, αντί να λειτουργούν ανταγωνιστικά.
Η ισχυρή θέση του τουρισμού επιβεβαιώνεται και από τη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση παγκοσμίως στον σχετικό δείκτη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, 38 θέσεις υψηλότερα από την κατάταξή της στη γενική οικονομική ανταγωνιστικότητα.
Η διαπίστωση αυτή δεν ακυρώνει την ανάγκη παραγωγικής διαφοροποίησης, αλλά αμφισβητεί την αντίληψη ότι η ανάπτυξη του τουρισμού αποτελεί από μόνη της εμπόδιο για άλλους κλάδους.
Μύθος δεύτερος: Η Ελλάδα υποφέρει από υπερτουρισμό
Ίσως το πιο εντυπωσιακό εύρημα της μελέτης αφορά τη γεωγραφική συγκέντρωση της τουριστικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό που αξιοποιεί το ΙΝΣΕΤΕ, οι υπερανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές αντιστοιχούν μόλις στο 0,7% της συνολικής έκτασης της χώρας και στο 1,7% των δημοτικών ενοτήτων.
Αντίθετα, περίπου το 95% της ελληνικής επικράτειας εμφανίζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη.
Η ανισορροπία είναι χαρακτηριστική. Πέντε περιφέρειες —Αττική, Ιόνια Νησιά, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη και Νότιο Αιγαίο— συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων. Επιπλέον, πέντε νησιά υποδέχονται το 47% των διεθνών αφίξεων.
Επομένως, σύμφωνα με την προσέγγιση της μελέτης, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει γενικευμένο πρόβλημα υπερτουρισμού, αλλά πρόβλημα υπερσυγκέντρωσης της ζήτησης σε συγκεκριμένους προορισμούς και περιόδους.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι πιέσεις στη Σαντορίνη, στη Μύκονο και σε άλλους δημοφιλείς προορισμούς είναι λιγότερο πραγματικές. Σημαίνει ότι οι λύσεις πρέπει να προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής και όχι να εφαρμόζονται οριζόντια σε ολόκληρη τη χώρα.
Μύθος τρίτος: Τα ξενοδοχεία έχουν καταλάβει τις ελληνικές ακτές
Μια ακόμη διαδεδομένη αντίληψη αφορά την παρουσία των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων στο παράκτιο μέτωπο.
Η μελέτη επιχειρεί να αποτυπώσει αριθμητικά την πραγματική έκταση της ξενοδοχειακής δόμησης δίπλα στη θάλασσα.
Σύμφωνα με την καταγραφή, 608 ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων βρίσκονται σε οικόπεδα όμορα της παραλίας. Το συνολικό μήκος της ακτογραμμής μπροστά από αυτά υπολογίζεται σε περίπου 110,5 χιλιόμετρα, δηλαδή μόλις στο 0,6% της συνολικής ελληνικής ακτογραμμής των 17.020 χιλιομέτρων.
Στην Κρήτη το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 2,1%, στα Ιόνια Νησιά το 1,2% και στα Δωδεκάνησα το 1,1%.
Επιπλέον, περίπου το 36% της ακτογραμμής που βρίσκεται μπροστά από τα συγκεκριμένα ξενοδοχεία είναι βραχώδες.
Το ΙΝΣΕΤΕ θεωρεί ότι τα δεδομένα αυτά ανατρέπουν την εικόνα γενικευμένης κατάληψης των ακτών από μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες.
Θα πρέπει ωστόσο εδώ να διευκρινιστεί ότι η καταγραφή αφορά μόνο ξενοδοχεία τεσσάρων και πέντε αστέρων σε παραθαλάσσια οικόπεδα και όχι το σύνολο των τουριστικών ή άλλων κατασκευών. Επίσης, δεν αποτυπώνει τοπικά προβλήματα πρόσβασης, αυθαίρετες καταλήψεις ή περιπτώσεις περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Μύθος τέταρτος: Οι Έλληνες έχουν στραφεί εναντίον του τουρισμού
Παρά τις συχνές δημόσιες αντιδράσεις για την τουριστική ανάπτυξη, η κοινωνική αποδοχή του κλάδου παραμένει υψηλή.
Σύμφωνα με έρευνα που περιλαμβάνεται στη μελέτη, το 82,4% των πολιτών αξιολογεί θετικά την επίδραση του τουρισμού στην οικονομία, το 74,4% κρίνει συνολικά θετική τη συνεισφορά του στη χώρα και το 72,1% αναγνωρίζει τη συμβολή του στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Η εικόνα, όμως, αλλάζει όταν η συζήτηση μεταφέρεται στις επιπτώσεις στην καθημερινότητα.
Το 78,7% αξιολογεί αρνητικά την επίδραση του τουρισμού στα ενοίκια, το 65,2% στην ακρίβεια και το 63,5% θεωρεί ότι προκαλεί περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Η κοινωνία, επομένως, δεν απορρίπτει τον τουρισμό. Αναγνωρίζει τα οικονομικά οφέλη του, αλλά εμφανίζεται ολοένα πιο απαιτητική ως προς τη διαχείριση των αρνητικών επιπτώσεών του.
Οι αδυναμίες που επιμένουν
Εποχικότητα: Το μισό τουριστικό αποτέλεσμα σε τρεις μήνες
Από την άλλη πλευρά παρά την τουριστική ανάπτυξη ο ελληνικός τουρισμός εμφαν΄ζιει ορισμένες δομικές αδυναμίες. Παρά την πρόοδο στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, η εποχικότητα παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά προβλήματα.
Το τρίτο τρίμηνο του 2025 συγκέντρωσε το 52,4% των διεθνών αφίξεων και το 52,5% των ταξιδιωτικών εισπράξεων, χωρίς την κρουαζιέρα.
Τα ποσοστά έχουν μειωθεί σε σχέση με το 2019, όταν διαμορφώνονταν στο 56% και στο 58,3% αντίστοιχα, αλλά εξακολουθούν να αποτυπώνουν έντονη εξάρτηση από το καλοκαίρι.
Την ίδια στιγμή, η μέση διάρκεια παραμονής των ξένων επισκεπτών υποχώρησε από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 6,1 το 2025, σημειώνοντας μείωση 17,2%.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την ανάγκη ανάπτυξης προϊόντων που θα παρατείνουν την παραμονή των επισκεπτών και θα αυξήσουν τη δαπάνη τους.
Υποδομές: Οι ιδιωτικές επενδύσεις τρέχουν, το Δημόσιο ακολουθεί
Το 2025 οι τουριστικές επιχειρήσεις επένδυσαν συνολικά περίπου 5 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 2,8 δισ. ευρώ αφορούσαν τον ξενοδοχειακό κλάδο.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η μελέτη, οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις αδυναμίες των δημόσιων υποδομών.
Ιδιαίτερα οξύ παραμένει το πρόβλημα της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, ενώ ανάγκες αναβάθμισης καταγράφονται επίσης στα λιμάνια, στις οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις, στα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, στη διαχείριση απορριμμάτων και στην ενεργειακή επάρκεια.
Προσωπικό: Κενές θέσεις και έλλειμμα δεξιοτήτων
Η απασχόληση στα καταλύματα και στην εστίαση έφθασε τους 475.200 εργαζομένους στο τρίτο τρίμηνο του 2025, αντιπροσωπεύοντας το 10,8% της συνολικής απασχόλησης.
Παράλληλα, το ποσοστό πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε στο 90,4%, έναντι 82,1% το 2019.
Ωστόσο, οι κενές θέσεις στα ξενοδοχεία εξακολουθούσαν να αντιστοιχούν στο 14% των συνολικών θέσεων εργασίας.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το έλλειμμα εξειδίκευσης, καθώς μόλις το 24% των εργαζομένων στα ξενοδοχεία είναι απόφοιτοι τουριστικών σχολών.
Το ΙΝΣΕΤΕ αναδεικνύει ως στρατηγική προτεραιότητα τη μετάβαση από την απλή προσφορά εποχικών θέσεων εργασίας στη δημιουργία σταθερών επαγγελματικών προοπτικών.
Περιβάλλον και δόμηση: Το πραγματικό πρόβλημα πίσω από τους μύθους
Ενώ η μελέτη αμφισβητεί τη γενικευμένη εικόνα κατάληψης των ακτών από τα ξενοδοχεία, αναγνωρίζει ως σοβαρό διαρθρωτικό πρόβλημα την εκτός σχεδίου δόμηση.
Η διάσπαρτη κατασκευή κατοικιών και τουριστικών καταλυμάτων, ιδιαίτερα στις νησιωτικές και παραθαλάσσιες περιοχές, αλλοιώνει το φυσικό τοπίο, αυξάνει το κόστος λειτουργίας των δημοτικών υποδομών και δημιουργεί πρόσθετες κυκλοφοριακές και περιβαλλοντικές πιέσεις.
Ανησυχητικά είναι και τα ευρήματα για τη βιωσιμότητα. Μόλις το 8% των ελληνικών ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση βιωσιμότητας, ενώ το 73% των τουριστικών επιχειρήσεων δεν έχει θέσει στόχο μείωσης εκπομπών έως το 2030.
Η κλιματική αλλαγή καθιστά τις αδυναμίες αυτές ακόμη πιο κρίσιμες, ιδιαίτερα για τους νησιωτικούς προορισμούς που εξαρτώνται από περιορισμένους υδάτινους και ενεργειακούς πόρους.
Τέλος σημαντικά κενά καταγράφονται στη χρηματοδότηση του τομέα καθώς οι μικρότερες τουριστικές επιχειρήσεις δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, ενώ μια ακόμη αδυναμία είναι η υστέρηση στον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Η αντιμετώπιση της εποχικότητας, η καλύτερη γεωγραφική κατανομή της ζήτησης, η αναβάθμιση των υποδομών, η εκπαίδευση του προσωπικού, η προστασία του περιβάλλοντος και η ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αναδεικνύονται σε βασικές προϋποθέσεις για την επόμενη περίοδο.
Όπως επισημαίνει η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, στο εισαγωγικό μήνυμα της μελέτης, η επόμενη ημέρα απαιτεί μετάβαση από τη μεγέθυνση στην ουσιαστική ανάπτυξη.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να περιοριστεί ένας επιτυχημένος κλάδος, αλλά να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που εμποδίζουν τη μεγαλύτερη διάχυση των ωφελειών του.
























![Τουρισμός: Σε ποιές περιοχές οι επισκέπτες ξοδεύουν περισσότερα [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2024/03/fontana-di-trevi-1.jpg)












