Δεν γνωρίζω τι θα γράψει η ιστορία για τις δύο θητείες του σημερινού προέδρου των ΗΠΑ, σίγουρα όμως αυτά δεν θα είναι διόλου κολακευτικά για τα επιτεύγματά του.
Στο πλαίσιο αυτό, η εξαγγελίες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι θα ξανακάνει την Αμερική μεγάλη, μάλλον πάνε περίπατο. Και από την άποψη αυτή είναι θεαματικό πώς η Αμερική στην ουσία κάνει μεγάλη την … Κίνα!!
Ο πόλεμος του Κόλπου έχει εξελιχθεί σε στρατηγικό ανταγωνισμό μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο ήταν ξεκάθαρη: αντιμέτωπες με την κινεζική πρόκληση, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αξιοποιήσουν την οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη και το Ιράν είναι το πεδίο δοκιμών.
Το παράδοξο είναι ότι το πεδίο δοκιμών αποδίδει αποτελέσματα που ωφελούν ακριβώς τον αντίπαλο που προοριζόταν να περιέχει.
Το αμερικανικό σχιστολιθικό πετρέλαιο απομονώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τις αγορές ενέργειας του Κόλπου σε βαθμό που δεν είναι διαθέσιμος στις μεγάλες ασιατικές οικονομίες.
Η Κίνα είναι δομικά εκτεθειμένη: έως και το 45% των εισαγωγών πετρελαίου της διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Και όμως είναι το Πεκίνο που κερδίζει από την κρίση.
Η αναστάτωση που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν ίσως αποκαλύψει μια διαφορετική εικόνα για την Κίνα: ότι τα χρόνια προετοιμασίας για μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση έχουν αφήσει τη χώρα και την οικονομία της σε καλύτερη θέση από πολλές άλλες για να αντέξουν μια μακροχρόνια αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, σχολιάζει σε ανάλυσή της η Washington Post.
Μέσω τεράστιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου, μιας επιθετικής στροφής προς τα ηλεκτρικά οχήματα και τεράστιων επενδύσεων στον άνθρακα, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην αποθήκευση ενέργειας με μπαταρίες, το Πεκίνο έχει προσπαθήσει να θωρακίσει την οικονομία του απέναντι σε μελλοντικές ελλείψεις πετρελαίου, που κάποτε θα ήταν καταστροφικές.
Καθώς η Κίνα κατασκευάζει χιλιάδες χιλιόμετρα νέων πάρκων ηλιακής και αιολικής ενέργειας, ενώ παράλληλα δημιουργεί νέους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα, ορισμένοι ειδικοί την αποκαλούν πλέον «ηλεκτροκράτος» – μια χώρα που τροφοδοτείται ολοένα και περισσότερο από ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στο εσωτερικό της, αντί από ορυκτά καύσιμα που εισάγονται από το εξωτερικό.
Η στρατηγική της Κίνας δοκιμάζεται τώρα καθώς οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στέλνει αντικρουόμενα μηνύματα για το πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος με το Ιράν. Παρότι η κινεζική οικονομία – όπως και πολλές άλλες στον κόσμο αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η χώρα ίσως καταφέρει τελικά να εκμεταλλευτεί γεωπολιτικές ευκαιρίες μέσα από την κρίση.
Οι πρόσφατες ενεργειακές επενδύσεις της την καθιστούν ιδιαίτερα ανθεκτική σε σοκ τιμών ορυκτών καυσίμων σε σύγκριση με χώρες που δεν έχουν αναπτύξει και διαφοροποιήσει την ενεργειακή τους οικονομία στον ίδιο βαθμό.
Πέρα όμως από την ενεργειακή διάσταση του πολέμου, η Κίνα παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή και τις στρατιωτικές εξελίξεις.
Οι Κινέζοι στρατιωτικοί σχεδιαστές μελετούν με μεγάλη προσοχή τις τακτικές, τα δυνατά σημεία και τα τρωτά σημεία κάθε εμπλεκόμενου παράγοντα.
Παρακολουθούν με σιωπηλή ικανοποίηση, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες καίνε αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης και υλικού, ενώ η Ουάσιγκτον ανακατανέμει πόρους από τον Ειρηνικότατη Μέση Ανατολή. Η προοπτική των αμερικανικών δυνάμεων να βαλτώσουν για άλλη μια φορά στη Μέση Ανατολή – μακριά από το θέατρο του Ινδο-Ειρηνικού – είναι ένα στρατηγικό αποτέλεσμα που το Πεκίνο δεν θα μπορούσε να σχεδιάσει πιο αποτελεσματικά από μόνο του.
Όσο πιο ασταθής και επιθετικός εμφανίζεται ο Τραμπ, τόσο περισσότερο ο Σι Τζιπίνγκ εδραιώνει την εικόνα του ως μετρημένου, πολυμερούς ηγέτη – μια στάση που φαίνεται να αντλεί απευθείας από ένα ρητό του Σουν Τζου: περιμένετε με ψυχραιμία ενώ ο εχθρός εξαντλείται.
Όπως σημείωσε ο Τζον Σπένσερ στη Wall Street Journal, η σύγκρουση είναι επίσης ένα τεστ αντοχής της κινεζικής στρατιωτικής αξιοπιστίας – η Τεχεράνη λαμβάνει τεχνολογία από Κινέζους προμηθευτές, συμπεριλαμβανομένων εξαρτημάτων για τα πυραυλικά της προγράμματα – αλλά το καθαρό στρατηγικό ισοζύγιο του Πεκίνου παραμένει σταθερά θετικό. Η βαθύτερη δυναμική είναι συστημική.
Η μεταπολεμική παγκόσμια τάξη κράτησε επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρήθηκαν σταθεροποιητική δύναμη. Εάν η Ουάσιγκτον θεωρηθεί αποσταθεροποιητική, η νομιμότητα της αμερικανικής ηγεσίας θα διαβρωθεί – όχι σε μια ξαφνική κατάρρευση, αλλά στην αργή φθορά, που ο Βρετανός ιστορικός Έντουαρντ Γκίμπον{1737-1794} προσδιόρισε ως τον πραγματικό μηχανισμό της αυτοκρατορικής παρακμής.
Παρόμοιες προσεγγίσεις όμως είναι πολύ ψιλά γράμματα για τον Ντόναλντ Τραμπ. Στόχος του είναι η εγκατάσταση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ενός ανελεύθερου καθεστώτος, που θα πλησιάζει σε πρακτικές τα αντίστοιχα ανελεύθερα καθεστώτα Κίνας, Ρωσίας και Αλγερίας για παράδειγμα.
Όπως πολύ εύστοχα γράφει στο εξαιρετικό βιβλίο του «Εξηγώντας τον Τραμπ» ο πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας Τάκης Παππάς, «ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ενδιαφέρεται να κυβερνήσει εντός της υφιστάμενης φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης. Στόχος του είναι η αναμόρφωσή της – εκ θεμελίων, ρηξικέλευθα και προς μια ανελεύθερη, ίσως και αυταρχική, κατεύθυνση υπό την προσωπική του ηγεσία. Η στρατηγική του δεν είναι ούτε συγκυριακή ούτε αποσπασματική.
Αντιθέτως, συνιστά μια συνεκτική ακολουθία εσκεμμένων και αλληλένδετων κινήσεων, σχεδιασμένων να αμφισβητήσουν και τελικά να αναδιαμορφώσουν τους πολιτικούς θεσμούς της Αμερικής που, κατά τον ίδιο, περιορίζουν την εκτελεστική εξουσία.
Μπορούμε να ορίσουμε ως αφετηριακό σημείο αυτής της στρατηγικής την παρότρυνση του Τραμπ για την «αποστράγγιση του έλους» (drain the swamp), δηλαδή την επίθεση στην ομοσπονδιακή γραφειοκρατία, η οποία παρουσιάζεται ως εστία διαφθοράς, παρακμής και πολιτικού βάλτου.
Η επόμενη φάση είναι επιθετικότερη, αφού αφορά τη συστηματική παράκαμψη των μηχανισμών ελέγχου και την αποδυνάμωση των θεσμικών ισορροπιών (των γνωστών ως checks and balances), από το Κογκρέσο έως τη Δικαιοσύνη, από την πολιτική αντιπολίτευση έως την κοινωνία των πολιτών.
Το τραμπικό λεξιλόγιο λειτουργεί αποκαλυπτικά – και συνάμα απειλητικά. Ο Τραμπ μιλά συνεχώς για ένα «διεφθαρμένο σύστημα», χαρακτηρίζει τους δημοκρατικούς θεσμούς «όργανα του εχθρού» και υπόσχεται την ολοκληρωτική εξάλειψη του «βαθέος κράτους». Ταυτόχρονα, εφαρμόζοντας μια τακτική επικοινωνιακού κορεσμού (flood the zone), κατακλύζει τον δημόσιο χώρο με όσο το δυνατόν πυκνότερη ροή μηνυμάτων, ειδήσεων και παραπληροφόρησης, άστε να είναι αδύνατον για τους πολίτες ή τους δημοσιογράφους να ξεχωρίσουν τι είναι σημαντικό και τι όχι, τι αληθινό και τι ψευδές.
Παράλληλα, αποδυναμώνει τις ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές, ενθαρρύνει την επιλεκτική ποινική δίωξη πολιτικών αντιπάλων, πολιτικοποιεί τις δυνάμεις ασφαλείας, αμφισβητεί ακόμη και το ίδιο το Σύνταγμα. Και όλα αυτά υπό τη σκιά ενός διαρκώς διογκούμενου διχαστικού αφηγήματος περί «εσωτερικών εχθρών» και «διεφθαρμένης ελίτ», που, κατά τον ίδιο, πρέπει να εξουδετερωθούν.»
Με πιο απλά λόγια, ο Τραμπ, ουσιαστικά ολοκληρώνει το έργο αποσταθεροποίησης της Αμερικής, στο οποίο για χρόνια «εργάζονταν» Κινέζοι και Ρώσοι. Ακόμα περισσότερο, ξεκινώντας έναν πόλεμο της Μέσης Ανατολή, μετά από πίεση του ισραηλινού πρωθυπουργού και μεγάλου χορηγού του αντισημιτισμού παγκοσμίως, ο Αμερικανός πρόεδρος διέπραξε σειρά λαθών, τα οποία ίσως αποβούν μοιραία και για τον ίδιο.
Ο Τραμπ αντιμετωπίζει τώρα την προοπτική να διαπραγματευτεί με ένα καθεστώς που έχει συσπειρωθεί γύρω από τον σκληρότερο πυρήνα του. Οι σύμμαχοι που αποξένωσε δεν θα επιστρέψουν χωρίς πολιτική αποζημίωση. Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα δεν έχει εξουδετερωθεί. Και η Κίνα παρακολουθεί. Φανερά ικανοποιημένη για τα δώρα που της προσφέρει ο υπαρκτός ναρκισσισμός -λαϊκισμός. Και μη χειρότερα







































