Μπορεί οι διεθνείς αγορές να βρίσκονται για ακόμη μία φορά σε φάση έντονης μεταβλητότητας, μετά και τις νέες εξελίξεις στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, που επανέφεραν το risk off σε αρκετά χρηματιστήρια, όμως για την ελληνική αγορά το βασικό επενδυτικό αφήγημα παραμένει αμετάβλητο.
Οι ξένοι διαχειριστές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το Euronext Athens ως μια αγορά με περιθώρια υπεραπόδοσης, στηριζόμενοι στην επενδυτική βαθμίδα, στους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και στη βελτίωση των εταιρικών αποτελεσμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά χαρτοφυλάκια εξακολουθούν να θεωρούν πως οι ελληνικές μετοχές διαπραγματεύονται με discount 10%-15% έναντι των ώριμων ευρωπαϊκών αγορών.
Euronext Athens: Σχεδόν 40 δισ. ευρώ περισσότερη αξία μέσα σε έξι μήνες
Ενδεικτικό της δυναμικής είναι η εκρηκτική αύξηση της συνολικής κεφαλαιοποίησης του Euronext Athens. Από τα 146,2 δισ. ευρώ στην αρχή του έτους, η αξία της αγοράς έχει πλέον φθάσει στα 184,1 δισ. ευρώ (στις 7 Ιουλίου ήταν στα 188,2 δισ.), καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 40 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις έξι μήνες.
Ωστόσο, η αισιοδοξία δεν στηρίζεται αποκλειστικά στις αποτιμήσεις των εισηγμένων. Σημαντικό ρόλο παίζει και η διεύρυνση της ίδιας της αγοράς, μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, ιδιωτικών τοποθετήσεων και δημόσιων εγγραφών, που ενισχύουν το επενδυτικό βάθος και δημιουργούν περισσότερες επιλογές για τα μεγάλα διεθνή χαρτοφυλάκια.
Στην αγορά θεωρούν ότι αυτή η διαδρομή της μεγέθυνσης δεν έχει ολοκληρωθεί. Αντίθετα, ήδη αρκετές επιχειρήσεις εξετάζουν την είσοδό τους στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενώ δεν αποκλείονται νέες κινήσεις από υφιστάμενους εισηγμένους ομίλους που επιδιώκουν να χρηματοδοτήσουν τα επενδυτικά τους σχέδια.
Τα ξένα funds αναζητούν νέες ιστορίες ανάπτυξης
Η ισχυρή ρευστότητας των διεθνών αγορών εξακολουθεί επίσης να λειτουργεί υποστηρικτικά. Παρά τους πολέμους, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, η διάθεση ανάληψης επενδυτικού ρίσκου δεν έχει υποχωρήσει ουσιαστικά. Μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια εξακολουθούν να αναζητούν αγορές που προσφέρουν υψηλότερες αναπτυξιακές προοπτικές και καλύτερες αποδόσεις σε σχέση με τις ώριμες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης.
Καλά πληροφορημένες πηγές, περιγράφουν μια εικόνα αισθητά διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων ετών. Όπως σημειώνουν, τα ξένα funds δεν περιορίζονται πλέον στις παραδοσιακές επιλογές τους στην ελληνική αγορά, αλλά αναζητούν ενεργά νέες εταιρικές ιστορίες ανάπτυξης, εξετάζοντας ακόμη και επιχειρήσεις που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν εκτός του επενδυτικού τους ραντάρ. Όταν εντοπίζονται αξιόπιστα επενδυτικά σχέδια, η διάθεση για τοποθετήσεις παραμένει ισχυρή.
Αυτό εξηγεί γιατί όλο και περισσότερες εταιρείες εμφανίζονται πρόθυμες να αξιοποιήσουν τη συγκυρία, είτε για να αντλήσουν νέα κεφάλαια είτε για να προχωρήσουν σε αλλαγές στη μετοχική τους σύνθεση. Η αίσθηση που επικρατεί στην αγορά είναι ότι, όσο το διεθνές περιβάλλον παραμένει υποστηρικτικό, τόσο περισσότερες εταιρικές κινήσεις θα έρχονται στο προσκήνιο.
Ο πολιτικός κίνδυνος έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή εικόνα, σύμφωνα με χρηματιστηριακούς κύκλους, είναι η σημαντική υποχώρηση του πολιτικού κινδύνου στις αξιολογήσεις των ξένων επενδυτών.
Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι οι σχετικές συζητήσεις αναμένεται να επανέλθουν μόνο όταν πλησιάσει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση και εφόσον προκύψουν ερωτήματα για τη διαμόρφωση σταθερής κυβέρνησης. Μέχρι τότε, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στα εταιρικά αποτελέσματα, στις επενδύσεις και στις προοπτικές κερδοφορίας.
Άλλωστε, και οι ξένοι οίκοι που καλύπτουν την ελληνική αγορά έχουν απαριθμήσει την επενδυτική βαθμίδα, τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και τη συνεχή βελτίωση των εταιρικών αποτελεσμάτων που συνθέτουν ένα επενδυτικό προφίλ που δύσκολα συναντά κανείς σήμερα σε άλλες ώριμες ευρωπαϊκές αγορές. Παράλληλα, αρκετοί επενδυτές εξακολουθούν να θεωρούν ότι η ελληνική αγορά παραμένει υποτιμημένη κατά 10% έως 15% σε σχέση με τις υπόλοιπες ανεπτυγμένες αγορές της Ευρώπης.
Το βλέμμα στρέφεται στον Σεπτέμβριο
Παρότι η αγορά καλείται να διαχειριστεί μια ακόμη περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας διεθνώς, αρκετοί επαγγελματίες του χώρου θεωρούν ότι το πραγματικό σημείο καμπής βρίσκεται λίγους μήνες μπροστά.
Ο λόγος είναι τα rebalancing των μεγάλων διεθνών δεικτών, τα οποία αναμένεται να πραγματοποιηθούν τον Σεπτέμβριο, και πιο συγκεκριμένα η ανακατάταξη της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες του FTSE Russell και STOXX στις 21 Σεπτεμβρίου. Πολύ νωρίτερα δηλαδή από την απόφαση του MSCI, ο οποίος θα επαναταξινομήσει την Ελλάδα τον Μάιο του 2027.







































