Οι αναφορές του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για την απόκτηση των F-35 από την Τουρκία, κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ασαφείς. Με τον αμερικανό πρόεδρο να πλέκει μεν το εγκώμιο του Ερντογάν, να αναφέρεται στην διάθεση του να άρει τις κυρώσεις CAATSA, ακόμα και ίσως στην επιθυμία του θα μπορούσε να πει κανείς να δώσει τελικά τα F-35 στην Τουρκία, ωστόσο δεν κατάφερε να δώσει κάποια συγκεκριμένη απάντηση, τελικά, πέραν του ότι «θα το σκεφτεί».
Και αυτό για την Αθήνα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θετικό. Χωρίς ωστόσο τα F-35 να είναι το μείζον θέμα στα ελληνοτουρκικά.
Ανώτατες διπλωματικές πηγές σημείωναν ότι η Τουρκία από το 2007 έως το 2019, που αποβλήθηκε από το πρόγραμμα – με απόφαση της τότε διοίκησης Τραμπ να της επιβληθούν συγκεκριμένες κυρώσεις – ήταν συμπαραγωγός χώρα και όχι απλά πελάτης. Σήμερα οι συνθήκες έχουν αλλάξει κατά πολύ.
Για την Αθήνα δεν τίθεται θέμα επιβολής σε καμία χώρα ποια θα είναι η πολιτική της όσον αφορά τις πωλήσεις εξοπλιστικών, ωστόσο αυτό που ζητά όπως τόνιζαν οι ίδιες πηγές είναι αυτός ο εξοπλισμός να μην χρησιμοποείται εναντίον συμμάχου. Σημείωναν δε ότι όταν υπάρχει μία απειλή πολέμου, όπως το casus belli απέναντι στην Ελλάδα, υπάρχει δόκιμο πρόβλημα για τη χώρα που την εκπέμπει να καταστεί μέρος ενός συνόλου.
Ο όρος που θα μπορούσε να μπει για τα F-35
Οι ίδιες πηγές σημείωναν ότι η Αθήνα μπορεί να περάσει αυτό τον όρο όσον αφορά την πώληση των F-35, δηλαδή να μην χρησιμοποιηθούν εναντίον σύμμαχης χώρας, αν και θεωρεί ότι η Άγκυρα απέχει πάρα πολύ από την απόκτηση των συγκεκριμένων μαχητικών, αφού για την επιστροφή της στο πρόγραμμα παραγωγής απαιτείται συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία είναι χρονοβόρα και περνάει από το Κογκρέσο.
Την ίδια στιγμή διπλωματικές πηγές φαίνεται να υποβαθμίζουν και το ζήτημα των κινητήρων για τα μαχητικά ΚΑΑΝ, αντιτάσσοντας ότι η Ελλάδα από το 2019 και μετά έχει μπει στο πρόγραμμα των F-35 και οι πιλότοι της θα αρχίσουν να εκπαιδεύονται σε αυτά από τον επόμενο χρόνο, έχει αναβαθμίσει άνω των 50 F-16 σε VIPER, ενώ η Άγκυρα ακόμα και να ξεπεράσει συγκεκριμένα εμπόδια θα πρέπει να περιμένει, με την Ελλάδα να διατηρεί το προβάδισμα.
Το θέμα του casus belli
Ωστόσο αν και η Αθήνα εμφανίζεται ψύχραιμη επισημαίνει ως υπαρκτό το ζήτημα του casus belli, με ανώτατες διπλωματικές πηγές να σημειώνουν ότι η απειλή πολέμου δεν απομειώνεται από το αν το γνωρίζει το κοινό ή όχι, αλλά μόνο με την απόσυρση του. Σημειώνουν ωστόσο πως αν αυτό δεν απασχολεί σκοπούς εσωτερικής κατανάλωσης ίσως το κάνει και πιο εύκολο να αποσυρθεί.
Οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν δε ότι όσο υφίσταται η απειλή πολέμου δεν μπορεί να εκκινήσει καμία συζήτηση της Τουρκίας σε σχέση με τη συλλογική άμυνα της Ευρώπης, καθώς για το πρόγραμμα SAFE απαιτείται ομοφωνία.
Θεωρούν δε ότι και το SAFE του 2028 για το οποίο η διαπραγμάτευση θα διεξαχθεί υπό την ελληνική προεδρία στο Συμβούλιο της ΕΕ κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027 θα πρέπει να λάβει υπόψη της την ομοφωνία ως προηγούμενο. Στο ίδιο πλαίσιο πάντως παραδέχονται ότι δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε απαγόρευση για συνεργασία χώρας – μέλους της ΕΕ με την Τουρκία, στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και το κυνήγι μαγισσών
Απαντώντας σε ερωτήσεις για το επικείμενο νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», δεν αρνούνται την ανησυχία της Αθήνας, ούτε ότι γίνεται προετοιμασία για κάθε ενδεχόμενο και σε όλα τα επίπεδα. Ωστόσο υπογραμμίζουν ότι δεν πρέπει να ξεκινήσει ένα κυνήγι μαγισσών πριν δούμε το κείμενο.
Ανώτατες διπλωματικές πηγές τονίζουν μάλιστα πως τα ελληνοτουρκικά προβλήματα θα λυθούν όταν λυθεί η διαφορά των θαλασσίων ζωνών, σημειώνοντας πως είναι η μόνη λύση για να πάψουν οι εντάσεις. Αυτή τη στιγμή πάντως δεν θεωρούν ότι υπάρχει κάποια άμεση προοπτική για έναρξη επί της ουσίας διαλόγου και αυτό γιατί Αθήνα και Άγκυρα διαφωνούν ως προς το εύρος της συζήτησης, με την Τουρκία να βάζει κι άλλα θέματα στο τραπέζι. Άλλωστε κανείς δεν επιχείρησε να ανοίξει τέτοια θέματα σε προεκλογική περίοδο…
Χαμηλοί τόνοι
Στο Υπουργείο Εξωτερικών πάντως ακόμα και προεκλογικά είναι σαφής η επιλογή για διατήρηση χαμηλών τόνων στα εθνικά θέματα και αποφυγής οποιασδήποτε όξυνσης της ρητορικής προς όφελος μικροπολιτικής, όπως διαφαίνεται από σχετικές συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα. Με έμπειρους διπλωμάτες να υπογραμμίζουν ότι το δράμα δεν ωφελεί σε καμία περίπτωση τη σωστή ανάδειξη και επίλυση των ζητημάτων και δη με την Τουρκία.
Και σίγουρα ακόμα και αν δεν αναδεικνύεται σε δημόσιες συζητήσεις, το γεγονός ότι η Άγκυρα αναβαθμίζει τη θέση της στην περιοχή και εκμεταλλεύεται το μέγεθος και τη γεωστρατηγική της θέση δεν υποτιμάται.
Ούτε η στάση του Τραμπ απέναντι στον Ερντογάν, που σαφώς τον ενισχύει – τουλάχιστον σε επίπεδο εντυπώσεων – έστω και αν η Αθήνα θεωρεί ότι οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ είναι θεσμικές και δεν περιορίζονται στα πρόσωπα. Και σαφώς μία διαμεσολάβηση Τραμπ στα ελληνοτουρκικά δεν χαρακτηρίζεται επιθυμητή, με αρμόδιες πηγές να τονίζουν ότι και θεσμικά ένας σύμμαχος δεν συνηθίζεται να παρεμβαίνει σε διμερή ζητήματα. Κυρίως όταν δεν είναι προβλέψιμος…
Πηγή: in.gr







































