Στην διεύρυνση των εργασιών με τους υφιστάμενους πελάτες της, στη διεκδίκηση μεγαλύτερων μεριδίων σε συγκεκριμένους τομείς και σε επιλεκτικές εξαγορές που θα ενισχύουν κυρίως τα έσοδα από προμήθειες, στηρίζει η Alpha Bank το μοντέλο ανάπτυξής της έως το 2030.
Ταυτόχρονα, υιοθετείται μια ευέλικτη πολιτική αξιοποίησης των κεφαλαίων της, καθώς οι πρόσθετες διανομές προς τους μετόχους θα επανεξετάζονται κάθε χρόνο, ανάλογα με τις κατά περίπτωση ευκαιρίες για οργανική ανάπτυξη και εξαγορές.
Τα παραπάνω αποτελούν το βασικό στίγμα του νέου επιχειρηματικού σχεδίου, το οποίο παρουσίασε η διοίκηση της Alpha Bank, υπό τον CEO της Βασίλη Ψάλτη, στο πλαίσιο της Investor Day που διοργάνωσε χθες στην Αθήνα.
Το πλάνο της προβλέπει αύξηση κερδοφορίας και διαφοροποίηση των πηγών εισοδήματος, που θα ενισχύσουν την απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων στη ζώνη του 16% έως το 2030.
Η επίτευξη αυτού του στόχου θα ανοίξει το δρόμο για διανομές άνω των 4 δισ. ευρώ την περίοδο 2027-2030, εκ των οποίων περίπου 2 δισ. ευρώ αφορούν μερίσματα σε μετρητά και άλλα 2 δισ. ευρώ πρόσθετες δυνητικές διανομές.
Η φιλοσοφία
Όπως υπογράμμισε ο κ. Ψάλτης, η κεντρική φιλοσοφία της στρατηγικής δεν στηρίζεται στη γενικευμένη διεκδίκηση μεγαλύτερων μεριδίων αγοράς, αλλά στην αύξηση των συνολικών τραπεζικών και επενδυτικών εργασιών ανά πελάτη.
Στην επιχειρηματική τραπεζική, η επιδίωξη είναι το υφιστάμενο πελατολόγιο να αξιοποιεί περισσότερες υπηρεσίες, πέρα από τις παραδοσιακές χορηγήσεις, όπως διαχείριση ρευστότητας, πληρωμές, επενδυτική τραπεζική και προϊόντα αντιστάθμισης κινδύνων.
Αντίστοιχα, στη λιανική τραπεζική η έμφαση μετατοπίζεται στην πώληση επενδυτικών και ασφαλιστικών προϊόντων, μέσω της αποτελεσματικότερης αξιοποίησης υφιστάμενων σχέσεων.
Όπως εξήγησε ο CEO της Alpha Bank, οι ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται πλέον περισσότερο έτοιμες να επεκταθούν στο εξωτερικό, ενώ οι ιδιώτες αναζητούν νέες λύσεις αποταμίευσης και επένδυσης, αναγνωρίζοντας ότι η κρατική σύνταξη ενδέχεται να μην επαρκεί για τη διατήρηση του βιοτικού τους επιπέδου.
Η τράπεζα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες αυτές, με την καθοριστική συμβολή των εταιρειών που εξαγόρασε την προηγούμενη διετία.
Η υλοποίηση του σχεδίου της θα στηριχθεί επίσης στην τεχνολογία και στη βελτίωση της παραγωγικότητας, ώστε ο όμιλος να προσφέρει περισσότερα προϊόντα στους ίδιους πελάτες χωρίς ανάλογη αύξηση του λειτουργικού κόστους.
Οι μικρές επιχειρήσεις
Σε άλλες δραστηριότητες ωστόσο η Alpha Bank επιδιώκει να αυξήσει και την πελατειακή της βάση.
«Υπάρχουν ορισμένοι τομείς στους οποίους πράγματι επιδιώκουμε να ενισχύσουμε την παρουσία μας μέσω αύξησης των μεριδίων αγοράς, δηλαδή προσελκύοντας περισσότερους πελάτες. Ένας από αυτούς είναι οι μικρές επιχειρήσεις, ειδικά στην Ελλάδα», ανέφερε ο κ. Ψάλτης κατά τη συζήτηση με τους αναλυτές.
Όπως εξήγησε, η ενίσχυση της πλατφόρμας πληρωμών αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διεύρυνση της παρουσίας της τράπεζας στον συγκεκριμένο τομέα.
Αντίθετα, στις καταθέσεις η διοίκηση δεν έχει ενσωματώσει στο επιχειρηματικό σχέδιο παραδοχές γενικευμένης αύξησης μεριδίων, καθώς η Alpha Bank διαθέτει ήδη ισχυρή παρουσία, με μερίδιο περίπου 25% στις επιχειρηματικές και 21% στις καταθέσεις λιανικής.
Η διεθνής περιουσία των Ελλήνων
Μία ακόμη περιοχή με σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης είναι, σύμφωνα με το πολυετές σχέδιο της τράπεζας, η διαχείριση περιουσίας.
Στόχο της Alpha Bank είναι να αυξήσει τα διεθνή κεφάλαια υπό διαχείριση από περίπου 800 εκατ. ευρώ σε περισσότερα από 4 δισ. ευρώ έως το 2030, κυρίως μέσω οργανικής ανάπτυξης.
Ο κ. Ψάλτης αναφέρθηκε σε περισσότερους από 80.000 εύπορους Έλληνες, σημειώνοντας ότι η τράπεζα διατηρεί ήδη σχέσεις με πολλούς από αυτούς, χωρίς όμως να διαχειρίζεται απαραίτητα τη διεθνή περιουσία τους.
Η δημιουργία δραστηριότητας στο Λουξεμβούργο αποσκοπεί ακριβώς στην προσέλκυση αυτών των κεφαλαίων, αξιοποιώντας υφιστάμενες πελατειακές σχέσεις.
Πού αναζητά εξαγορές
Σημαντικό εργαλείο ανάπτυξης παραμένουν και οι εξαγορές συμπληρωματικού χαρακτήρα.
Ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος Λάζαρος Παπαγαρυφάλλου διευκρίνισε ότι το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε εταιρείες που διαθέτουν εξειδικευμένα προϊόντα, τεχνολογία, έμπειρες διοικητικές ομάδες και δραστηριότητες παραγωγής προμηθειών με περιορισμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις.
Οι βασικές περιοχές ενδιαφέροντος είναι η διαχείριση περιουσίας, οι ασφαλιστικές εργασίες, η ενίσχυση της επιχειρηματικής τραπεζικής και η απόκτηση τεχνολογικών δυνατοτήτων.
Δεν αποκλείεται επίσης περαιτέρω ενίσχυση της παρουσίας στην Κύπρο.
Σύμφωνα με τον κ. Παπαγαρυφάλλου, η Alpha Bank έχει δυνατότητα αξιοποίησης κεφαλαίων άνω των 7 δισ. ευρώ έως το 2030, μέρος των οποίων θα κατευθυνθεί στην ανάπτυξη των εργασιών και σε επενδύσεις.
Συμπλήρωσε δε πως η τράπεζα σχεδιάζει σταδιακή αύξηση του τακτικού μερίσματος, με το μερίδιο της επιστροφής κεφαλαίου στο 40% των κερδών, ενώ οι πρόσθετες διανομές, είτε σε μετρητά είτε μέσω επαναγοράς μετοχών, θα εξετάζονται ετησίως.
«Κάθε χρόνο θα εξετάζουμε πόση από την πρόσθετη δυνατότητα διανομών θα κατευθύνεται στους μετόχους, είτε σε μετρητά είτε μέσω επαναγοράς μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη τις υπόλοιπες ευκαιρίες ανάπτυξης», εξήγησε σχετικά.
Με άλλα λόγια, η διοίκηση επιδιώκει να εξασφαλίσει ένα σταθερά αυξανόμενο μέρισμα, διατηρώντας ταυτόχρονα την ευχέρεια να διαθέτει πρόσθετα κεφάλαια σε εξαγορές, εφόσον προκύψουν ελκυστικές ευκαιρίες.
Ο ρόλος της UniCredit
Παράλληλα, η συνεργασία με το βασικό της μέτοχο αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
«Η UniCredit αποτελεί για τους πελάτες μας μια πύλη προς τον κόσμο», σημείωσε ο κ. Ψάλτης, αναφερόμενος στη δυνατότητα υποστήριξης ελληνικών επιχειρήσεων σε 13 χώρες, στην πρόσβαση σε νέα προϊόντα και στη μεταφορά τεχνογνωσίας.
Το στοίχημα για την Alpha Bank είναι να μετατρέψει αυτές τις δυνατότητες σε περισσότερες επαναλαμβανόμενες εργασίες και υψηλότερη κερδοφορία, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία να επιλέγει μεταξύ νέων επενδύσεων, εξαγορών και μεγαλύτερων αποδόσεων προς τους μετόχους.
Οι προβλέψεις του πλάνου
Το νέο επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπει σημαντική αύξηση των βασικών οικονομικών μεγεθών της Alpha Bank έως το 2030.
Ειδικότερα, τα συνολικά έσοδα αναμένεται να ξεπεράσουν τα 3,3 δισ. ευρώ, από περίπου 2,5 δισ. ευρώ το 2026, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 7%.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους προβλέπεται να αυξηθούν από 1,8 δισ. ευρώ σε περισσότερα από 2,3 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από προμήθειες θα προσεγγίσουν τα 850 εκατ. ευρώ, από περίπου 600 εκατ. ευρώ, με ετήσιο ρυθμό αύξησης 9%.
Την ίδια στιγμή, οι λειτουργικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν σε περίπου 1,1 δισ. ευρώ το 2030, από 960 εκατ. ευρώ το 2026, αυξανόμενες με βραδύτερο ρυθμό από τα έσοδα.
Έτσι, ο δείκτης κόστους προς έσοδα αναμένεται να υποχωρήσει από 39% σε 34%.
Ως αποτέλεσμα, τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη προβλέπεται να ξεπεράσουν τα 1,4 δισ. ευρώ από περίπου 900 εκατ. ευρώ φέτος, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή θα αυξηθούν από 0,41 σε 0,63 ευρώ και η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων θα ενισχυθεί από περίπου 12% σε 16%.




































