Με το τέλος των μνημονίων, το 2018, η μεγαλύτερη έλλειψη της ελληνικής οικονομίας ήταν οι πολύ χαμηλές σε βαθμό εθνικής υστέρησης, επενδύσεις. Υστερα από μια σχεδόν δεκαετία κρίσης, είχε δημιουργηθεί ένα επενδυτικό κενό που με τους πιο ήπιους υπολογισμούς ξεπερνούσε τα 100 δισ. ευρώ. Μέσα στην καταστροφή που βίωνε, κανείς δεν είχε όρεξη ούτε και δυνάμεις για να ρισκάρει από το πιο απλό την αλλαγή ενός μηχανήματος με νέο, μέχρι τη δημιουργία μιας νέας μονάδας.

Η προσπάθεια κάλυψης αυτού του κενού των 100 δισ. έγινε μια από τις πρώτες φροντίδες της πρώτης κυβέρνησης Μητσοτάκη μετά τις εκλογές το 2019. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένες πρώτες κινήσεις στη φορολογία, η πολιτική σταθερότητα από μια φιλοεπενδυτική κυβέρνηση και ο συνδυασμός πολιτικών τόνωσης κλάδων όπως αυτών των ακινήτων, δημιούργησαν το πρώτο κύμα. Σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν άλλαξε την κατάσταση. Ούτε υπήρχε περίπτωση να αλλάξει εάν δεν περνούσαν πολλά χρόνια. Χρειάστηκε να ζήσουμε μια νέα καταστροφή, αυτή της πανδημίας για να επιταχυνθεί η κατάσταση και να προκύψει ένα πακέτο με άφθονα χρήματα, τα οποία κυριολεκτικά προέκυψαν από τον «ουρανό». Τα πολλά δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για να καλύψουμε με μεγαλύτερη ταχύτητα το επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετία. Στο χέρι μας, πλέον, είναι να τα καταφέρουμε. Να πιάσουν τόπο αυτά τα χρήματα. Κάπως έτσι μας προέκυψε και η αύξηση των προβλέψεων για επενδύσεις που άρχισαν να μπαίνουν στον προϋπολογισμό. Ξαφνικά μια οικονομία όπως η ελληνική που βασίζονταν για τη μεγέθυνσή της μόνο στην κατανάλωση, άρχισε να στρέφει στην προσοχή της στο μέλλον και την υλοποίηση επενδύσεων.

Για το 2024 το κονδύλι για επενδύσεις είναι το υψηλότερο από το 2010, μειώνοντας παράλληλα την απόσταση που μας χώριζε από τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Οπως προκύπτει από το κείμενο του προσχεδίου προϋπολογισμού για το 2024 που έστειλε η κυβέρνηση στις Βρυξέλλες, μια νέα ισορροπία δημιουργείται τον επόμενο χρόνο στην οικονομική πολιτική. Η ανάπτυξη θα έχει ισχυρή υποστήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης και θα φέρει στην οικονομία επιδοτήσεις που αντιστοιχούν στο 1,8% του ΑΕΠ (από 0,8% το 2023) και φθηνά δάνεια που αντιστοιχούν σε 1,5% του ΑΕΠ (από 0,9% το 2023). Αυτή η ώθηση στις επενδύσεις θα επιτρέψει να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης από το 2,3% φέτος στο 3%, παρά το γεγονός ότι δημοσιονομικά μέτρα του 2024 θα κινηθούν σε κατεύθυνση λιτότητας.

Το καθαρό απόθεμα παγίου κεφαλαίου που στην Ελλάδα υφίσταται απώλειες από το 2011, αναμένεται να ανακάμψει γρήγορα, κυρίως μέσω της εφαρμογής του προγράμματος «Ελλάδα 2.0». Οι προβολές για τις ονομαστικές καθαρές επενδύσεις είναι θετικές για την ελληνική οικονομία το 2024. Η διαφορά στον πραγματικό ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ αναμένεται να μειωθεί κάτω από το 6% για πρώτη φορά από το 2010.

Ολα αυτά συνθέτουν ένα ανέλπιστα καλό, πριν από μερικά χρόνια, σκηνικό. Από τη μια δείχνει «πολύ καλό για να είναι αληθινό», δηλαδή και να μας έχουν πέσει λεφτά από τον ουρανό και να πιάσουν τόπο. Από την άλλη είναι μια ευκαιρία να «ζυγιστεί» η μεταμνημονιακή Ελλάδα αν μπορεί να διαχειριστεί τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται.

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Επικαιρότητα