Για αρκετά χρόνια μετά την είσοδο στο ευρώ, η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων στην Ελλάδα δεν αποτελούσε το κεντρικό αφήγημα των τραπεζικών ομίλων, παρότι από την εγχώρια αγορά προερχόταν το μεγαλύτερο μέρος της κερδοφορίας τους.
Αρχικά, κατά την περίοδο της υπερανάπτυξης του τομέα τη δεκαετία του 2000, οι διοικήσεις τους έριξαν το βάρος στην εκτός συνόρων μεγέθυνση, δρομολογώντας έναν πολυετή κύκλο εξαγορών στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης.
Αργότερα, μετά τη χρεοκοπία του Δημοσίου το 2010, τα πλάνα μετασχηματισμού που συμφωνήθηκαν με την Κομισιόν, στο πλαίσιο των προγραμμάτων διάσωσης των 4 συστημικών ομίλων, προέβλεπαν την αποχώρηση από την πλειονότητα των ξένων αγορών.
Οσο μεγαλύτερη δε η στήριξη από το Δημόσιο τόσο πιο ευρείας κλίμακας ήταν το πωλητήριο θυγατρικών στο εξωτερικό. Σε εκείνη τη συγκυρία, λοιπόν, θεωρήθηκαν ευνοημένες οι τράπεζες που κατάφεραν να συγκρατήσουν μέρος της παρουσίας τους εκτός Ελλάδας, καθώς διατηρούσαν πρόσβαση σε οικονομίες οι οποίες λειτουργούσαν υπό συνθήκες ομαλότητας.
Την ίδια στιγμή, η εγχώρια αγορά είχε εισέλθει σε ένα υφεσιακό σπιράλ, με τα κόκκινα δάνεια να σκαρφαλώνουν σε ιστορικά υψηλά και την όρεξη για επενδύσεις να υποχωρεί στο ναδίρ.
Αλλαγή τάσης από τις τράπεζες
Η επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα έχει αντιστρέψει τις προαναφερθείσες τάσεις. Μπορεί οι τράπεζες να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στοχευμένα στο εξωτερικό μέσω νέων εξαγορών, ταυτόχρονα όμως βρίσκεται σε πρώτο πλάνο η Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουν θέσεις για τη διεκδίκηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερων μεριδίων στο ευρύτερο χρηματοοικονομικό σύστημα. Μόνο τυχαίες δεν ήταν την τελευταία διετία οι εξαγορές και ανακατατάξεις σε asset management, bancassurance και επενδυτική τραπεζική.
Οι τράπεζες και τα deals με χρηματιστηριακές και ασφαλιστικές
Την περασμένη εβδομάδα καταγράφηκε μία ακόμη κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση με το deal της Alpha Bank για την εξαγορά της Alpha Trust, ενός ανεξάρτητου διαχειριστή κεφαλαίων με ισχυρό αποτύπωμα στην Ελλάδα.
Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, η Optima Bank ανακοίνωσε την υποβολή μη δεσμευτικής προσφοράς για τη χρηματιστηριακή εταιρεία Euroxx, ενώ στην τελική ευθεία φαίνεται πως βρίσκεται η εξαγορά της Παντελάκης από την CrediaBank. Η αγορά αναμένει επίσης την επιλογή στρατηγικού συνεργάτη από την Εθνική Τράπεζα στον ασφαλιστικό τομέα, σε συνέχεια της απόκτησης της Εθνικής Ασφαλιστικής από την Πειραιώς.
Τέλος, η Eurobank συμφώνησε στα τέλη της περυσινής χρονιάς για τον πλήρη έλεγχο της Eurolife. «Είναι πασιφανές ότι μετά από αρκετά χρόνια η ελληνική οικονομία εμφανίζει ισχυρές προοπτικές παραγωγής εισοδήματος για τις τράπεζες» υπογραμμίζει αναλυτής που παρακολουθεί τον κλάδο. Οπως σημειώνει, «η δημοσιονομική σταθερότητα θεωρείται εν πολλοίς διασφαλισμένη, η ανάπτυξη παραμένει σε επίπεδα διπλάσια του μέσου όρου της ευρωζώνης, με τη συμβολή των επενδύσεων ενισχυμένη, ενώ το αξιόχρεο της χώρας έχει επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα».
Οι προοπτικές
Πρόκειται, κατά την ίδια πηγή, για ένα περιβάλλον που ευνοεί την αύξηση τόσο των έντοκων όσο και των λοιπών εργασιών.
Αναλυτικότερα, οι προοπτικές είναι οι εξής:
1. Δάνεια: Ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης έχει επανέλθει εκ νέου σε θετικό έδαφος. Ωστόσο, ως ποσοστό του ΑΕΠ ο τραπεζικός δανεισμός βρίσκεται στο 84%, με βάση στοιχεία του 2025, έναντι 95% περίπου κατά μέσο όρο στην Ευρώπη. Κι αυτό σε μία περίοδο που οι τράπεζες διαθέτουν υπερβάλλουσα και φθηνή ρευστότητα, την οποία μπορούν να διοχετεύσουν στην πραγματική οικονομία. Οι διοικήσεις τους εκτιμούν ότι η μεγέθυνση του δανειακού χαρτοφυλακίου θα στηριχθεί τόσο στην επιχειρηματική πίστη όσο και στο retail (στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια).
Συγκεκριμένα, βλέπουν ετήσιο ρυθμό αύξησης των υπολοίπων τους κατά 10% και 5% αντίστοιχα κατά την τρέχουσα τριετία. Στις τελευταίες παρουσιάσεις τους υπογράμμισαν το κενό μεταξύ των επενδύσεων και των δανείων τα τελευταία χρόνια, εκτιμώντας πως σταδιακά θα κλείσει, στηρίζοντας τη χρηματοδοτική δραστηριότητα. Οσον αφορά το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αν και η δυνατότητα συμβασιοποίησης δανείων λήγει φέτος, οι εκταμιεύσεις θα συνεχιστούν. Το 2026 αναμένεται να διοχετευτούν στην οικονομία 4,5 δισ. ευρώ, το 2027 3 δισ. ευρώ και το 2028 2 δισ. ευρώ περίπου. Ταυτόχρονα όμως θα δημιουργηθούν νέα χρηματοδοτικά εργαλεία με την αξιοποίηση και κοινοτικών πόρων.
2. Διαχείριση περιουσίας: Τα πολυετή business plans προβλέπουν συνέχιση της ισχυρής ανάπτυξης για το asset management. Η σύγκριση με τον μέσο όρο στην Ευρώπη και σε αυτό το πεδίο είναι ενδεικτική των προοπτικών του τομέα. Στην Ελλάδα, τα υπό διαχείριση κεφάλαια διαμορφώνονται στο 12% του ΑΕΠ έναντι 94% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Με αυτά τα δεδομένα, οι τράπεζες αναμένουν ότι θα αυξάνονται τα επόμενα χρόνια κατά τουλάχιστον 5% ετησίως, οδηγώντας σε αύξηση των εσόδων τους από προμήθειες ως και κατά 50% μέσα στην επόμενη 5ετία.
3. Ασφαλιστικός κλάδος: Στην Ελλάδα τα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώνονται σε 2,5% έναντι 8,7% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Αυτή η διαφορά εκτιμούν οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών ότι θα περιοριστεί σε αξιοσημείωτο βαθμό τα ερχόμενα χρόνια. Δεν είναι μόνο η υποχρεωτική διά νόμου ασφάλιση και τα κίνητρα που δίνει η πολιτεία, αλλά και η σταδιακή εδραίωση ασφαλιστικής συνείδησης σε ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας και του επιχειρείν, που θα οδηγήσει τις σχετικές εργασίες σε υψηλότερα επίπεδα. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένοι όμιλοι διαβλέπουν ακόμη και διπλασιασμό των ασφαλίστρων μέχρι το 2030.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

































