Θετική παραμένει η στάση της Morgan Stanley για τον ΟΤΕ, επισημαίνοντας ότι το επενδυτικό αφήγημα της εταιρείας εξακολουθεί να στηρίζεται σε ισχυρή ανάπτυξη και ελκυστική αποτίμηση, παρά την ύπαρξη δύο βασικών παραγόντων αβεβαιότητας.
Η επενδυτική τράπεζα προχώρησε σε επικαιροποίηση των εκτιμήσεών της μετά τα αποτελέσματα του δ’ τριμήνου και ενόψει των αποτελεσμάτων α’ τριμήνου, διατηρώντας σύσταση «Overweight». Όπως σημειώνει, οι ρυθμοί αύξησης σε έσοδα, EBITDA και ελεύθερες ταμειακές ροές (FCF) παραμένουν ισχυροί, με βασικό μοχλό την αύξηση κατά περίπου 3% των εσόδων από υπηρεσίες κινητής (MSR).
Σύμφωνα με την ανάλυση, η μετοχή του ΟΤΕ κατέγραψε άνοδο 20% το τελευταίο 12μηνο, αν και υποαπέδωσε ελαφρώς έναντι του ευρωπαϊκού κλάδου τηλεπικοινωνιών. Από την αρχή του έτους, η άνοδος διαμορφώνεται στο 6%, σε γενικές γραμμές ευθυγραμμισμένη με την ευρωπαϊκή αγορά.
Επίσης, η Morgan Stanley αυξάνει την τιμή-στόχο για τη μετοχή κατά 3%, στα 21,4 ευρώ, επισημαίνοντας ότι η αποτίμηση παραμένει ελκυστική. Ο ΟΤΕ διαπραγματεύεται με απόδοση ελεύθερων ταμειακών ροών 8,5% για το 2027, υψηλότερη από τον μέσο όρο του κλάδου, ενώ προσφέρει συνολική απόδοση προς τους μετόχους (μέσω μερισμάτων και επαναγοράς μετοχών) στο ίδιο επίπεδο, σημαντικά υψηλότερη από τις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων.
Επενδυτικό πρόγραμμα
Η Morgan Stanley υπογραμμίζει ότι η εξαγορά του 100% της TERNA FIBER ενισχύει το επενδυτικό πρόγραμμα του ΟΤΕ, με την ανάπτυξη περίπου 860.000 νέων γραμμών οπτικών ινών κυρίως σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές. Ως αποτέλεσμα, οι επενδύσεις (capex) εκτιμάται ότι θα παραμείνουν αυξημένες, κοντά στα 600 εκατ. ευρώ ετησίως τα επόμενα χρόνια, έως την ολοκλήρωση του έργου το 2030.
Παράλληλα, η ολοκλήρωση της πώλησης της Telekom Romania Mobile το 2025, σε συνδυασμό με την καταβολή έκτακτου μερίσματος στο τέλος του ίδιου έτους, αναμένεται να ενισχύσουν τις ταμειακές ροές μέσω φορολογικών ωφελειών.
Ωστόσο, η τράπεζα επισημαίνει δύο βασικούς κινδύνους. Ο πρώτος αφορά την επέκταση του δικτύου οπτικών ινών από τη ΔΕΗ και το κατά πόσο αυτή θα επηρεάσει τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα στη λιανική αγορά. Ο δεύτερος σχετίζεται με την πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από αναδυόμενη σε ανεπτυγμένη αγορά, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τη συμμετοχή του ΟΤΕ σε διεθνείς δείκτες, όπως αυτοί της MSCI, με ορίζοντα το 2027.
Παρά τις προκλήσεις, η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι προοπτικές ανάπτυξης παραμένουν ισχυρές. Αναμένει συνεχιζόμενη αύξηση εσόδων από κινητή και σταθερή τηλεφωνία, θετική πορεία στον τομέα ICT και λύσεων συστημάτων, καθώς και περαιτέρω βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, προβλέπει μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 2,5% για τα έσοδα, 3% για το EBITDA και 9% για τις ελεύθερες ταμειακές ροές την περίοδο 2024-2030.
Σε ό,τι αφορά το ενεργειακό κόστος, η τράπεζα σημειώνει ότι ο ΟΤΕ είναι σε μεγάλο βαθμό «θωρακισμένος», χάρη σε μακροχρόνιες συμβάσεις και συμφωνίες προμήθειας ενέργειας, περιορίζοντας την έκθεσή του στις διακυμάνσεις των τιμών. Παράλληλα, το χαμηλό επίπεδο δανεισμού μειώνει την ευαισθησία της εταιρείας σε ενδεχόμενη άνοδο των επιτοκίων.






































