Μεγαλύτερη του αρχικώς αναμενόμενου βελτίωση των επιδόσεών τους σε τριμηνιαία βάση σε επίπεδο οργανικής κερδοφορίας, αναμένεται να επιδείξουν οι ελληνικές τράπεζες στα αποτελέσματα της περιόδου Ιανουάριος – Μάρτιος 2026, που θα ανακοινώσουν τις επόμενες εβδομάδες. Πρόκειται για μία εξέλιξη που ναι μεν συνδέεται με την αύξηση των κινδύνων, ως αποτέλεσμα της γεωπολιτικής αστάθειας, ωστόσο τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ευνοεί τον κλάδο.
Τράπεζες και κόστος χρήματος
Σύμφωνα με τα αρχικά πλάνα των τραπεζικών ομίλων, το κόστος του χρήματος αναμενόταν πως θα παρέμενε σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026.Με την ενίσχυση ωστόσο των ενεργειακών τιμών, καλλιεργήθηκαν προσδοκίες για ανατροπή της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ.
Έτσι, τα στοιχήματα των επενδυτών για προς τα πάνω αναπροσαρμογή των παρεμβατικών δεικτών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) έως και τον Ιούνιο αυξήθηκαν σημαντικά.
Τα πονταρίσματα
Με τα τελευταία δεδομένα, η πλειονότητα αναμένει τουλάχιστον μία κίνηση 25 μονάδων βάσης προς αυτήν την κατεύθυνση στην πρώτη καλοκαιρινή συνεδρίαση του διοιηκητικού της συμβουλίου, ενώ τα περισσότερα πονταρίσματα των επενδυτών βλέπουν δύο αυξήσεις αυτού του μεγέθους η κάθε μία εντός του 2026.
Οι εν λόγω προσδοκίες έχουν επιδράσει στους δείκτες euribor, με τους οποίους είναι συνδεδεμένο το μεγαλύτερο μέρος του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών.
Σε ετήσια βάση βρίσκονται σήμερα σε χαμηλότερα επίπεδα, καθώς κατά τη διάρκεια του α΄ τριμήνου 2025 το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ ήταν έως και 100 μονάδες βάσης υψηλότερα.
Ωστόσο, η διαφορά αυτή μετά την επίθεση των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν έχει μειωθεί.
Για παράδειγμα το euribor 3 μηνών από το εφετινό χαμηλό του 1,98% που καταγράφηκε το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου, βρέθηκε έως και το 2,18% στα τέλη Μαρτίου. Σήμερα κινείται γύρω από τη ζώνη του 2,2%.
Από την άλλη, το euribor 1 μήνα, με το οποίο είναι συνδεδεμένα τα περισσότερα επιχειρηματικά δάνεια, από μέσα επίπεδα της τάξης του 1,9% στο δ΄ τρίμηνο του 2025, μετά την έναρξη του πολέμου έφτασε το 1,96%, ενώ σήμερα βρίσκεται στην περιοχή του 2%.
Η επίδραση
Με αυτά τα δεδομένα, τα έσοδα των τραπεζών από το υφυστάμενο απόθεμα χορηγήσεων εκτιμάται πως ανέκαμψαν από το Μάρτιο και ύστερα.
Χωρίς τον πόλεμο σε εξέλιξη είναι βέβαιο ότι οι προαναφερθέντες δείκτες θα βρίσκονταν πιο χαμηλά, δεδομένων και των μέχρι πρότινος εκτιμήσεων ακόμη και για μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ μέσα στο 2026.
Επιπλέον, εφέτος τα έντοκα έσοδα προέρχονται από ένα μεγαλύτερο χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Συγκεκριμένα, το 2025 είχε ξεκινήσει με τα σχετικά μεγέθη για τους τέσσερις συστημικούς ομίλους στα επίπεδα των 148 δισ. ευρώ, ενώ η αφετηρία του 2026 ήταν στα 158 δισ. ευρώ περίπου.
Τα έσοδα από προμήθειες
Θετική συνεισφορά στο οργανικό εισόδημα των τραπεζών θα έχουν και οι μη τοκοφόρες εργασίες.
Τρεις είναι οι βασικές πηγές των σχετικών εσόδων:
– Τα δάνεια: Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία στο α΄ δίμηνο της χρονιάς η παραγωγή νέων τοκοχρεολυτικών δανείων παρέμεινε σχεδόν σταθερή στην περιοχή των 2,3 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για πωλήσεις προϊόντων που στην πλειονότητά τους συνοδεύονται από προμήθειες.
Σε επίπεδο α΄ τριμήνου οι εκταμιεύσεις δανείων λιανικής καταγράφουν ετήσια αύξηση 26%.
– Το asset management: Οι τράπεζες μέσω των θυγατρικών τους ΑΕΔΑΚ πέραν των προμηθειών διάθεσης αμοιβαίων κεφαλαίων, έχουν έσοδα από τη διαχείριση κάθε χρόνο.
Αυτά υπολογίζονται επί της αξίας του ενεργητικού τους, το οποίο εφέτος κατά τη διάρκεια του α΄ τριμήνου 2026 βρισκόταν γύρω από τα 30 δισ. ευρώ, υψηλότερα κατά 6 – 7 δισ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
– Το bancassurance: Καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με πέρυσι εκτιμάται ότι είχαν οι τράπεζες στις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων. Επιπλέον, έχουν πλέον ενοποιηθεί τα μεγέθη εταιρειών που εξαγόρασαν το προηγούμενο διάστημα.




































