Από το 1988, που διορίστηκε συνεργάτης του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Λιονέλ Ζοσπέν, ο Πιερ Μοσκοβισί ουδέποτε αποσύρθηκε από το πολιτικό προσκήνιο της Γαλλίας και της Ευρώπης. Πρώην υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της κυβέρνησης Ζοσπέν (1997-2002), υπουργός Οικονομικών επί προεδρίας Ολάντ (2012-2014) και στη συνέχεια επίτροπος Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2014-2019), υπηρέτησε επί πενταετία (2020-2025) ως πρώτος πρόεδρος του γαλλικού Ελεγκτικού Συνεδρίου και από την 1η Ιανουαρίου 2026 είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Από το 2020, που έπαψε να είναι μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας για να διοριστεί επικεφαλής ενός εκ των τριών ανώτατων δικαστηρίων, ο Μοσκοβισί επανερχόταν κατά καιρούς με δημόσιες παρεμβάσεις σε θέματα της αρμοδιότητάς του (οικονομικά εν ευρεία εννοία). Η τελευταία παρέμβαση που έκανε ο ηλικίας 69 ετών ανώτατος δημόσιος λειτουργός την Κυριακή με συνέντευξή του στην εφημερίδα «Le Parisien» είναι εξόχως πολιτική και έγινε σε μια χρονική συγκυρία κρίσιμη για δύο λόγους.
Πρώτον επειδή εισερχόμαστε στην τελευταία χρονιά της δεύτερης πενταετούς θητείας του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και ο Μοσκοβισί προβάλλει ως αξιόπιστη πολιτική εφεδρεία για τη διαδοχή του, δεδομένου ότι οι υποψήφιοι διεκδικητές του χρίσματος από το «δημοκρατικό τόξο» (οι πρώην πρωθυπουργοί Γκαμπριέλ Ατάλ και Εμανουέλ Φιλίπ) μοιάζουν αδύναμοι για να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στον υποψήφιο της Ακροδεξιάς, όποιος κι αν είναι αυτός. Είτε είναι δηλαδή η «φυσική ηγέτιδα» της παράταξης, Μαρίν Λεπέν, είτε ο νεαρός και φωτογενής Ζορντάν Μπαρντελά, ο οποίος ανέλαβε την ηγεσία της Εθνικής Συσπείρωσης μετά τη δικαστική δίωξη κατά της Λεπέν (κατηγορείται για διασπάθιση δημοσίου χρήματος) που πιθανόν να της στοιχίσει την εκλογιμότητα στις προεδρικές του Απριλίου 2027.
Δεύτερον η συγκυρία είναι κρίσιμη επειδή η δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας είναι πολύ ανησυχητική. Πρόκειται για την τρίτη πλέον χρεωμένη χώρα στην Ευρωζώνη και την ΕΕ συνολικά. Το γαλλικό δημόσιο χρέος φθάνει στο 117,7% και υπολείπεται μόνο του ιταλικού που βρίσκεται στο 137,8% και του ελληνικού που βρίσκεται στα 149,8%. Ταυτόχρονα το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας παραμένει στα ύψη (5,5% το 2025) και ελάχιστα αναμένεται να υποχωρήσει το 2026 (στο 4,9% με 5%).
Ως επίτροπος Οικονομικών της ΕΕ τα δύσκολα χρόνια της ελληνικής κρίσης χρέους ο Μοσκοβισί έζησε από κοντά την στοχοποίηση μιας χώρας από τις αγορές και γνωρίζει καλά πόσο εύκολα μπορεί να ξεφύγει η κατάσταση και πόσο κοστοβόρα πολιτικά και κοινωνικά είναι μετά η επιστροφή στη δημοσιονομική ευταξία.
Οικονομία και περιβάλλον
Αφορμή για την παρέμβαση Μοσκοβισί είναι οι μειώσεις στο φόρο καυσίμων που ζητεί η Εθνική Συσπείρωση. Ως μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου ο Γάλλος πολιτικός υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο μέτρο θα κόστιζε 1 δισ. ευρώ μηνιαίως και θα έστελνε ένα «αντιπαραγωγικό μήνυμα» στις αγορές.
«Λόγω της επιδεινούμενης κατάστασης των δημοσίων οικονομικών, η Γαλλία δεν έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει εκτεταμένα μέτρα βοήθειας, δεν διαθέτει πλέον κανένα δημοσιονομικό περιθώριο», δήλωσε στον «Parisien» ο Μοσκοβισί σχολιάζοντας την προτροπή της Ακροδεξιάς στον Μακρόν και την κυβέρνηση να πράξουν ό,τι και οι Γερμανοί για να ελαφρύνουν το βάρος που σηκώνουν οι πολίτες από την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων μετά την πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
«Οι Γερμανοί φίλοι μας έχουν εφαρμόσει μια μείωση της φορολόγησης κατά 0,17 ευρώ στην τιμή της βενζίνης στα πρατήρια, κάτι που τους κοστίζει ακριβά, περίπου 2 δισ. ευρώ μηνιαίως. Δεν είναι απαραίτητα η καλύτερη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Πέραν αυτού η διαφορά μεταξύ αυτών και ημών είναι ότι οι Γερμανοί εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να παίρνουν τέτοια μέτρα», παρατήρησε ο πρώην υπουργός και επίτροπος.
«Η λήψη μόνιμων, οριζόντιων μέτρων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν θα ήταν μια σοφή επιλογή για μας, διότι εμείς δεν έχουμε τους πόρους», είπε ο Μοσκοβισί. Επομένως η πρόταση της Ακροδεξιάς για μείωση των φόρων «είναι ακατάλληλη». Όπως ακατάλληλες είναι κατά συνέπεια και οι προτάσεις του κόμματος της Ανυπότακτης Γαλλίας για πάγωμα των τιμών των καυσίμων στα πρατήρια, γράφει ο Ζιλιέν Ντασουά στη «Le Figaro».
Δεν είναι όμως μόνο «οικονομικίστικη» η προσέγγιση του Πιερ Μοσκοβισί. Είναι και περιβαλλοντική. «Η μείωση των φόρων θα κόστιζε 1 δισ. ευρώ το μήνα ή 12 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο! Και στέλνει ένα αντιπαραγωγικό μήνυμα, επειδή θα ενθαρρύναμε τη συνεχιζόμενη χρήση ορυκτών καυσίμων, ενώ η μακροπρόθεσμη προοπτική πρέπει να είναι η απαλλαγή από τον άνθρακα», είπε χαρακτηριστικά.
Η λογική του «ό,τι χρειαστεί»
Ο Πιερ Μοσκοβισί αναγνωρίζει ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή, η οποία αυξάνει τις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων, είναι πολύ άσχημα νέα για τα νοικοκυριά της χώρας του. «Για έναν κάτοικο της πόλης που οδηγεί λίγο και θερμαίνει το σπίτι του με ηλεκτρικό ρεύμα, αυτό θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει απώλεια 250 ευρώ ετησίως. Για ένα ζευγάρι από τα προάστια με δύο αυτοκίνητα, η επιβάρυνση φθάνει τα 1.000 ευρώ. Και για μια αγροτική οικογένεια που θερμαίνεται με πετρέλαιο θέρμανσης, το κόστος εκτινάσσεται στα 2.000 ευρώ ή και περισσότερο», υπολογίζει.
Ωστόσο για τον πρώην υπουργό και πρώην επίτροπο Οικονομικών, η Γαλλία σηκώνει αυτή την ώρα το δημοσιονομικό άχθος με το οποίο την επιβάρυνε η ενεργειακή πολιτική «θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί» που εφαρμόστηκε από το 2021 και εντεύθεν. Η πολιτική που εφαρμόστηκε την εποχή της πανδημίας Covid-19 δηλαδή, η οποία παρατάθηκε και ενισχύθηκε μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία στις αρχές του 2022.
Ο Μοσκοβισί πιστεύει ότι αυτή η ασπίδα στις ανατιμήσεις της ενέργειας, που εφαρμόστηκε μεταξύ 2021 και 2024, ήταν ένα λάθος. Και εξηγεί γιατί:
«Ήταν μια γενική, οριζόντια και εξαιρετικά δαπανηρή απάντηση στην ακρίβεια. Κατ’ αρχάς περισσότερα χρήματα έφθασαν στα ταμεία των ενεργειακών εταιρειών παρά στις τσέπες του γαλλικού λαού. Στη συνέχεια είδαμε μια άσκοπη, κατά τη γνώμη μου, παράταση της πολιτικής ‘κάνουμε ό,τι χρειαστεί’, που είχε τεράστιες επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά, επιπτώσεις τις οποίες πληρώνουμε σήμερα και οι οποίες μας εμποδίζουν και παραγωγικές επενδύσεις να κάνουμε και να ανταποκριθούμε στην ενεργειακή κρίση», εξήγησε.
Σημειωτέον ότι το γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο σε έκθεση που δημοσιοποίησε το Μάρτιο του 2024 και υπογράφει ως πρόεδρος ο Πιερ Μοσκοβισί, εκτίμησε ότι το έως τότε καθαρό κόστος των μειώσεων των ενεργειακών φόρων ήταν 36 δισ. ευρώ.
Θα παρατηρούσε κανείς ότι ο Μοσκοβισί παίρνει σαφώς μονεταριστικές θέσεις και ότι η θεματική του έχει νεοφιλελεύθερο πρόσημο δεδομένου ότι υποστηρίζει έναν έμμεσο (άρα εκ προοιμίου άδικο) φόρο για να αντικρούσει τον ακροδεξιό λαϊκισμό. Αλλά υπάρχει ακόμα πολύς χρόνος για αριστερόστροφες παρεμβάσεις. Διότι κακά τα ψέματα, δίχως ψήφους και από όσους τοποθετούνται αριστερότερα των Σοσιαλιστών, ουδείς αντίπαλος των Λεπέν/Μπαρντελά έχει πολλές ελπίδες επιτυχίας στις προεδρικές του 2027.
































