Σήμα για αύξηση των επιτοκίων από την Federal Reserve αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δώσει χαρακτηριστικά επιμονής των ήδη υψηλών πληθωριστικών πιέσεων εξέπεμψαν αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας.
Ανάμεσα τους και η αντιπρόεδρος της Fed, Μισέλ Μπάουμαν, η οποία μιλώντας σε συνέδριο στην Ισλανδία την Παρασκευή εξήγησε ότι ο πόλεμος και ο ενεργειακός κλονισμός που προκαλεί θα μπορούσαν να αλλάξουν την άποψή της σχετικά με τις προοπτικές για τα επιτόκια.
«Φαίνεται ακόμα νωρίς για να εκτιμήσουμε το μέγεθος και τη διάρκεια των οικονομικών επιπτώσεων από τη σύγκρουση με το Ιράν», είπε, προσθέτοντας ωστόσο ότι «εάν οι διαταραχές συνεχιστούν μέχρι και το δεύτερο εξάμηνο του έτους, θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να βλέπουμε ευρύτερες επιπτώσεις στον πληθωρισμό».

Αν συμβεί αυτό, η κεντρική τραπεζίτης σημείωσε ότι είναι πιο πιθανό να «εξετάσει το ενδεχόμενο αλλαγής της προσέγγισής της όσον αφορά την ισορροπία των κινδύνων» υπονοώντας έτσι την πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων.
Αρκετοί συνάδελφοι της ανησυχούν ότι μπορεί να είναι δύσκολο να θεωρηθεί η τρέχουσα ενεργειακή κρίση ως προσωρινός παράγοντας, ειδικά επειδή ο πληθωρισμός παραμένει εδώ και πολλά χρόνια πάνω από τον στόχο του 2% της Fed.
Αυτή η άποψη έχει οδηγήσει τους εν λόγω αξιωματούχους να είναι διατεθειμένοι να εξετάσουν το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων, προκειμένου να επαναφέρουν τις πιέσεις στις τιμές σε φυσιολογικά επίπεδα.
Η διαφωνία στην απόφαση της τελευταίας συνεδρίασης της Fed εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο καθώς τρία μέλη της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοιχτής Αγοράς διαφώνησαν με την διατύπωση που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο για μείωση των επιτοκίων.
«Πιστεύω ότι είναι πρόωρο να συμπεράνω ότι πρέπει να αυξήσουμε τα επιτόκια αμέσως, αλλά αυτό με κάνει να δίνω ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στον κίνδυνο να συνεχίσει να αυξάνεται ο πληθωρισμός και να αποσταθεροποιηθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες», δήλωσε ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Μινεάπολις, Νιλ Κασκάρι, ένας από τους τρεις «γεράκια» που διαφώνησαν.
Οι traders των swaps βλέπουν τώρα μια πιθανότητα περίπου 55% ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της Fed να αυξήσουν τα επιτόκια μέχρι το τέλος του έτους.
Σε καλή θέση η Fed
Μιλώντας σε μια επιχειρηματική ομάδα στο Νιου Τζέρσεϊ, η πρόεδρος της Fed της Φιλαδέλφειας, Άννα Πόλσον, εξήγησε ότι η νομισματική πολιτική βρίσκεται σε «καλή θέση», λαμβάνοντας υπόψη τις απαράδεκτα υψηλές πιέσεις πληθωρισμού και την οικονομική αβεβαιότητα.
Πρόσθεσε ότι η Fed είναι έτοιμη «να αντιδράσει» και, αν και θεωρεί ότι η νομισματική πολιτική των ΗΠΑ βρίσκεται στο σωστό σημείο, «πιστεύω ότι είναι θετικό το γεγονός ότι οι παράγοντες της αγοράς έχουν λάβει υπόψη σενάρια στα οποία το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων παραμένει αμετάβλητο για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, καθώς και σενάρια στα οποία καθίσταται αναγκαία περαιτέρω σύσφιγξη».
Ωστόσο, όπως ανέφερε η Πρόεδρος της Fed του Σαν Φρανσίσκο, Μέρι Ντάλι, σε συνέντευξή της με τη Maria Bartiromo στο Fox Business Network, «δεν υπάρχει επείγουσα ανάγκη για προσαρμογή» των επιτοκίων.
«Η πολιτική βρίσκεται σε καλή θέση», πρόσθεσε, μια φράση που οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της Fed χρησιμοποιούν συχνά για να υποδηλώσουν ότι αισθάνονται άνετα να διατηρήσουν το επιτόκιο πολιτικής στα τρέχοντα επίπεδα και ανέφερε ότι οποιαδήποτε μελλοντική κίνηση ενδέχεται να εξαρτηθεί από το πότε θα τελειώσει πραγματικά ο πόλεμος με το Ιράν.
Οι επιπτώσεις της ανόδου των τιμών του πετρελαίου στον πληθωρισμό
Τα futures του Brent, παγκόσμιου δείκτη αναφοράς για το πετρέλαιο, έκλεισαν την Παρασκευή, καταγράφοντας απώλειες που ξεπέρασαν το 19% τον Μάιο, τη μεγαλύτερη μηνιαία απώλεια από το 2020.
«Αν οι τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου αρχίσουν να ανεβαίνουν λόγω της παρατεταμένης σύγκρουσης, τότε αυτό θα με έκανε να αλλάξω γνώμη σχετικά με τις προοπτικές της οικονομίας όσον αφορά τον πληθωρισμό» τόνισε η Ντάλι.
Τα τελευταία στοιχεία για τον δείκτη που παρακολουθεί στενά η κεντρική τράπεζα για να αντλήσει συμπεράσματα για τον πληθωρισμό, τον δείκτη προσωπικών καταναλωτικών δαπανών έδειξαν ότι στο 3,8% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο από 3,5% τον Μάρτιο.
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας του Κάνσας Σίτι, Τζέφρι Σμιντ, μιλώντας στην ίδια διάσκεψη με την Μπάουμαν, ανέφερε ότι «η κύρια ανησυχία του είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος είναι υπερβολικά υψηλός και παραμένει πάνω από τον στόχο για πολύ καιρό». Πρόσθεσε ότι η κλασική στρατηγική να θεωρείται ένα ενεργειακό σοκ ως κάτι που δεν θα έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις δεν ταιριάζει σε αυτή την οικονομική συγκυρία.
Οι λεπτές ισορροπίες του Κέβιν Γουόρς
Ο νέος πρόεδρος της Fed, του οποίου τα πρώτα δείγματα γραφής θα δούμε στην συνεδρίασης της 16ης -17ης Ιουνίου αναλαμβάνει τα ηνία της μεγαλύτερης κεντρικής τράπεζας του πλανήτη σε μια σε μια δύσκολη συγκυρία καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων επιμένουν ανοδικά και οι αγορές στέλνουν μήνυμα ότι η επόμενη κίνηση θα είναι η αύξηση των επιτοκίων και όχι η μείωση που τόσο πολύ επιθυμεί ο πρόεδρος Τραμπ.
«Ο πληθωρισμός είναι επιλογή της Fed» δήλωσε ο Γουόρς στην ακρόαση επικύρωσης από τη Γερουσία.
Ο τρόπος με τον οποίο θα μειωθεί ξανά ο πληθωρισμός μπορεί να περιλαμβάνει δύσκολες επιλογές που μερικές φορές έρχονται σε αντίθεση με τις πολιτικές και τους στόχους της κυβέρνησης Τραμπ, και μερικές φορές με τον άλλο στόχο της Fed, τη μέγιστη απασχόληση.
Ο Γουόρς θα έχει το βλέμμα του από την αρχή της θητείας του ως 11ος πρόεδρος της σύγχρονης ιστορίας της Fed σε συναδέλφους του όπως ο Γουόλερ που έχουν αρχίσει να θέτουν προσδοκίες ότι ενδέχεται να χρειαστούν υψηλότερα επιτόκια.
O νέος διοικητής που καλείται να ισορροπήσει σε λεπτό σκοινί αναλαμβάνει μια κεντρική τράπεζα διχασμένη.
Οι εκτιμήσεις της Deutsche Bank
Οι αναλυτές της Deutsche Bank αναθεώρησαν ανοδικά την απόδοση του 1οετούς αμερικανικού ομολόγου, καθώς εκτιμούν ότι οι αξιωματούχοι της Fed έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία μείωσης των επιτοκίων.
Η αλλαγή είναι σύμφωνη με τη σταθερή, επιθετική ανατιμολόγηση της αναμενόμενης πορείας της Fed τους επόμενους μήνες, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν έφερε υψηλότερες τις τιμές ενέργειας και ανέβασε τις προοπτικές για τον πληθωρισμό. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου του αμερικανικού δημοσίου έχει αυξηθεί κατά περίπου 50 μονάδες βάσης από την έναρξη της σύγκρουσης τον Φεβρουάριο.
«Οι κίνδυνοι σε σχέση με αυτό το βασικό σενάριο πολιτικής τείνουν προς αυξήσεις» ανέφεραν οι Raskin, Zeng και οι συνεργάτες του. «Οι προοπτικές μας για τη διάρκεια είναι μέτρια πτωτικές».


































