Το μνημόνιο που υπογράφηκε μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν αποτελεί συμφωνία ειρήνης, αλλά παράταση της εκεχειρίας. Δεν επιλύει κανένα από τα προβλήματα που οδήγησαν στον πόλεμο. Απλώς τα μεταθέτει. Τα Στενά του Ορμούζ θα αρχίσουν σταδιακά να ανοίγουν, o αμερικανικός ναυτικος αποκλεισμός στις ιρανικές ενεργειακές εξαγωγές σταδιακά θα χαλαρώσει, και οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα θα επανεκκινήσουν. Αυτό όμως είναι τεχνική διευθέτηση, όχι στρατηγικός συμβιβασμός που οδηγεί σε βιώσιμη ειρήνη.
Οι αγορές υποδέχθηκαν τη συμφωνία με ανακούφιση, διότι υπεραισιόδοξα προεξοφλούν την επιστροφή στην κανονικότητα. Η γεωπολιτική εικόνα όμως είναι πολύ λιγότερο καθησυχαστική. Η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση, παρότι αποδυνάμωσε στρατιωτικά το Ιράν, δεν παρήγαγε τα αναμενόμενα πολιτικά αποτελέσματα. Δεν ανέτρεψε το καθεστώς. Δεν κατέστρεψε το πυρηνικό του πρόγραμμα. Δεν αποκατέστησε την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτρεπτικής ισχύος στον Κόλπο. Αντίθετα, εμβάθυνε την καχυποψία μεταξύ των όλων των αντιμαχόμενων πλευρών και δημιούργησε μια νέα σειρά γεωπολιτικών ναρκοπέδιων όπως η παρακώλυση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμουζ.
Ο στόχος της Ουάσιγκτον ήταν ευρύτερος από τον διακηρυγμένο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωξαν να ελέγξουν τις ενεργειακές πηγές και τις εξαγωγικές οδούς του Ιράν, όπως είχαν επιχειρήσει νωρίτερα με τη Βενεζουέλα. Αυτό θα ενίσχυε την αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία και θα αποδυνάμωνε την Κίνα, η οποία απορροφά πάνω από το 80% των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου.
Στη Βενεζουέλα η διπλωματία των κανονιοφόρων απέδωσε , διότι το καθεστώς, υπό την απειλή πολέμου και οικονομικής ασφυξίας, προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον. Το Ιράν αποδείχθηκε πιο δύσκολη περίπτωση. Για να πετύχει τους στόχους της, η Ουάσιγκτον έπρεπε να αλλάξει το καθεστώς στην Τεχεράνη.
Αυτό προϋπέθετε εσωτερική αποσταθεροποίηση, κινητοποίηση μειονοτήτων για ένοπλη σύγκρουση, εντατικοποίηση του οικονομικού πολέμου, στρατιωτική αποδυνάμωση και τελικά πολιτική κατάρρευση. Αυτή η θεωρία νίκης, βάσει της οποίας ξεκίνησε ο πόλεμος, αποδείχθηκε στην πράξη ανεπαρκής.
Το ιρανικό καθεστώς άντεξε. Η κοινωνία δεν εξεγέρθηκε εναντίον του καθεστώτος αλλά, αντίθετα, συσπειρώθηκε γύρω από μια αφήγηση πατριωτισμού και αντίστασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ιρανικό καθεστώς είναι δημοφιλές ή σταθερό μακροπρόθεσμα. Σημαίνει όμως ότι η εξωτερική απειλή κατά κανόνα ενισχύει καθεστώτα που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν ευάλωτα.
Η συμφωνία ήταν προϊόν αμοιβαίας ανάγκης. Η Ουάσιγκτον χρειαζόταν το άνοιγμα των Στενών του Ορμουζ : η ενεργειακή αναταραχή απειλούσε να εκτροχιάσει την παγκόσμια οικονομία. Το Ιράν είχε επίσης λόγους να συγκατατεθεί — ο αποκλεισμός των εξαγωγών εξάντλησε τα περιθώρια αποθήκευσης και η παλαιωμένη υποδομή παραγωγής κινδύνευε με μόνιμες βλάβες. Η εξηντάμερη εκεχειρία, η σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών, η επανέναρξη πυρηνικών συνομιλιών και η προοπτική αποδέσμευσης δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων είναι όλα βήματα με διακριτά οφέλη για κάθε πλευρά. Κανένα όμως δεν αγγίζει τις δομικές αντιθέσεις.
Η εμπειρία της προηγούμενης πυρηνικής συμφωνίας (JCPOA) είναι διδακτική. Η συμφωνία του 2015 απαίτησε δύο χρόνια διαπραγματεύσεων και παρήγαγε ένα τεχνικό κείμενο 159 σελίδων. Η ιδέα ότι κάτι αντίστοιχο μπορεί να επιτευχθεί γρήγορα, υπό συνθήκες απειλών, πολέμου, καχυποψίας και εσωτερικών αντιδράσεων και από τις δύο πλευρές, είναι αβάσιμη.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι το Ιράν έχει σήμερα ισχυρότερα κίνητρα να διατηρήσει την προοπτική απόκτησης πυρηνικών όπλων από ό,τι πριν από τον πόλεμο. Κράτη που εγκατέλειψαν πυρηνικές δυνατότητες — η Ουκρανία, το Ιράκ, η Λιβύη — τιμωρήθηκαν. Κράτη που απέκτησαν πυρηνικά — το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα — αντιμετωπίστηκαν με σεβασμό. Αν αυτή η ανάγνωση κυριαρχήσει στην Τεχεράνη, μια βιώσιμη συμφωνία για τη μόνιμη εξάλειψη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος δεν είναι κοντά. Και η Ουάσιγκτον με την Ιερουσαλήμ δύσκολα θα αποδεχθούν ένα Ιράν που διατηρεί ανοικτή την πόρτα της πυρηνικής επιλογής. Το χάσμα είναι δομικό.
Υπάρχουν και άλλα δυνητικά ναρκοπέδια που μπορούν να ανατινάξουν τη συμφωνία. Το Ισραήλ είναι βαθιά δυσαρεστημένο, ιδίως επειδή η συμφωνία συνδέει την αποκλιμάκωση του πολέμου στον Κόλπο με περιορισμό της δικής του εκστρατείας αποδυνάμωσης της Χεζμπολάχ στον Νοτιο Λίβανο. Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, κάθε ημέρα που διατηρείται αυτή η συμφωνία δυσκολεύει την πολιτική του θέση. Αν η Χεζμπολάχ πλήξει το βόρειο Ισραήλ, ή αν το Ισραήλ επιχειρήσει νέο χτύπημα στον Λίβανο, το Ιράν μπορεί να απαντήσει ή να επικαλεστεί παραβίαση της συμφωνίας για να την τερματίσει . Ο Λίβανος είναι το πιο προφανές σημείο ανάφλεξης, αλλά όχι το μόνο.
Ένα σημαντικό κομμάτι του στρατηγικού κατεστημένου της Ουάσιγκτον θεωρεί τη συμφωνία ως ήττα των ΗΠΑ, επειδή δεν επέφερε αλλαγή καθεστώτος ούτε πλήρη διάλυση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Ειναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν εσωτερικές αντιδράσεις στην Ουάσινγκτον και θα γίνει προσπάθεια εκτροχιασμού της συμφωνίας. Στην Τεχεράνη επίσης πολλοί καθεστωτικοί δεν τη βλέπουν με καλό μάτι. Το ιρανικό καθεστώς έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής του πάνω στην αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γι’ αυτό η ελεγχόμενη κρίση είναι συχνά πιο χρήσιμη από την πραγματική ειρήνη.
Τέλος δημιουργική ασάφεια χαρακτηρίζει το καθεστώς της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμουζ: αν το Ιράν επιχειρήσει να επιβάλει τέλη ή να ασκεί επιτήρηση στη διέλευση υπό οποιοδήποτε πρόσχημα, η σύγκρουση μπορεί να επανεκκινήσει από εκεί.
Οι χώρες του Κόλπου αντιμετωπίζουν τώρα ένα κρίσιμο ερώτημα για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας. Η κρίση έδειξε ότι οι αμερικανικές βάσεις δεν τις προστάτευσαν — αντίθετα, τις μετέτρεψαν σε στόχους. Αυτό θα επιταχύνει την αναζήτηση στρατηγικών αντιστάθμισης κινδύνου: συνεννοήσεις με το Ιράν, εμβάθυνση δεσμών με την Τουρκία, και κυρίως στενότερες σχέσεις με το Πακιστάν ως γέφυρα προς το Πεκίνο χωρίς επίσημη αλλαγή στρατοπέδου.
Το πρόβλημα της αμερικανικής αξιοπιστίας δεν αφορά μόνο τον Κόλπο. Είναι παγκόσμιο. Πώς θα ανταποκριθούν Ευρωπαίοι, Νοτιοκορεάτες, Ιάπωνες και Αυστραλοί; Θα δημιουργήσουν δικές τους πυρηνικές δυνατότητες; Θα αρχίσουν να κατευνάζουν αντιπάλους όπως η Ρωσία και η Κίνα ; Ή θα αναμένουν την εκλογή νέου αμερικανού προέδρου, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα επανέλθουν στην προ Τραμπ κανονικότητα;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα που αφήνει πίσω της η συμφωνία — όχι αν άνοιξαν προσωρινά τα Στενά, αλλά αν η αμερικανική ισχύς μπορεί ακόμη να παράγει σταθερότητα. Η συμφωνία δεν στηρίζεται σε επίλυση προβλημάτων. Στηρίζεται στην ελπίδα ότι τίποτε αποσταθεροποιητικό δεν θα συμβεί το επόμενο διάστημα. Στη Μέση Ανατολή, όμως, η ελπίδα δεν είναι στρατηγική.
Ο Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.

















![Ακίνητα: Φωτιά οι τιμές στο Νότιο Αιγαίο – Πρωταγωνιστές Μύκονος και Πάρος [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2024/11/mykon.jpg)





















