Η δημόσια στήριξη του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αποτελούσε μέχρι πρόσφατα σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα για τα εθνικιστικά και λαϊκ;istika κόμματα της Ευρώπης. Σήμερα όμως η εικόνα αυτή αλλάζει γρήγορα, καθώς η δημοτικότητά του στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη υποχωρεί και αρκετοί ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας επιχειρούν να απομακρυνθούν από το πολιτικό του αποτύπωμα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico.
Με κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις να πλησιάζουν το 2027 σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Πολωνία, η στενή σύνδεση με τον ένοικο του Λευκού Οίκου δεν θεωρείται πλέον αυτονόητο πλεονέκτημα. Αντίθετα, αρκετοί πολιτικοί εκτιμούν ότι μπορεί να αποξενώσει μετριοπαθείς ψηφοφόρους και να προσφέρει επιχειρήματα στους πολιτικούς αντιπάλους τους.
Μελόνι κατά Τραμπ
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι, η οποία για μεγάλο διάστημα παρουσιαζόταν ως η στενότερη πολιτική σύμμαχος του Τραμπ στην Ευρώπη.
Η σχέση των δύο ηγετών δοκιμάστηκε μετά τη σύνοδο κορυφής της G7, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος ισχυρίστηκε δημοσίως ότι η Μελόνι «παρακάλεσε» για μια κοινή φωτογραφία μαζί του. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός αντέδρασε έντονα, απορρίπτοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς του Τραμπ περί πτώσης της δημοτικότητάς της.
«Το γεγονός ότι είμαι φίλη σου σίγουρα δεν με βοήθησε», απάντησε, προσθέτοντας ότι η προσωπική της δημοτικότητα «δεν τον αφορά» και του ζήτησε να κοιτάξει τη δική του.
Η αντιπαράθεση αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις: η εικόνα του Τραμπ στην Ευρώπη έχει επιβαρυνθεί από τους εμπορικούς πολέμους, τις απειλές κατά της Γροιλανδίας και τη σύγκρουση με το Ιράν, η οποία προκάλεσε νέα άνοδο στις τιμές της ενέργειας.
Η αμερικάνικη στήριξη
Ανάλογη στάση τηρεί και ο Ζορντάν Μπαρντελά, επικεφαλής του γαλλικού Εθνικού Συναγερμού και ένα από τα φαβορί για τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Σε πρόσφατη συνέντευξή του χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Τραμπ «απρόβλεπτη» και απέρριψε δημοσίως κάθε πολιτική στήριξη από τον Αμερικανό πρόεδρο.
Σύμφωνα με τον Ζαν-Ιβ Ντορμαζέν, επικεφαλής του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Cluster17, η υποστήριξη του Τραμπ έχει μετατραπεί σε «δηλητηριώδες δώρο» για τους Ευρωπαίους εθνικιστές.
Όπως σημειώνει, οι ψηφοφόροι των δεξιών κομμάτων εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πιο θετικά τον Τραμπ σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, ωστόσο ολοένα και περισσότεροι τον θεωρούν απειλή παρά σύμμαχο.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αποστασιοποίηση
Έρευνα του Cluster17 σε επτά χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδειξε ότι μόνο μειοψηφία των ψηφοφόρων των μεγάλων δεξιών κομμάτων θεωρεί τον Τραμπ «φίλο της Ευρώπης».
Το ποσοστό περιορίζεται στο 18% μεταξύ των ψηφοφόρων του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία, στο 23% μεταξύ των υποστηρικτών των «Αδελφών της Ιταλίας» της Μελόνι και στο 25% μεταξύ των ψηφοφόρων του γερμανικού AfD.
Αντίστοιχα, σε δημοσκόπηση της Public First τον Ιούνιο, μόλις το 31% των ψηφοφόρων του AfD και το 36% των ψηφοφόρων του Εθνικού Συναγερμού χαρακτήρισαν τις Ηνωμένες Πολιτείες «αξιόπιστο σύμμαχο».
Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι πολιτικοί που κινούνται στον χώρο του δεξιού λαϊκισμού διαπιστώνουν ότι η στενή σύνδεση με τον Τραμπ δυσκολεύει την προσέγγιση κεντρώων και αναποφάσιστων ψηφοφόρων.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον και οι ανατροπές
Η εξέλιξη δημιουργεί αμηχανία και στην Ουάσιγκτον, καθώς οι πολιτικοί που σήμερα κρατούν αποστάσεις είναι ακριβώς εκείνοι που η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε να προσεγγίσει τα τελευταία χρόνια.
Στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας που δημοσιεύθηκε πέρυσι, ο Λευκός Οίκος χαιρέτιζε τη «διαρκώς αυξανόμενη επιρροή των πατριωτικών ευρωπαϊκών κομμάτων». Στη συνέχεια ακολούθησαν δημόσιες παρεμβάσεις και παρασκηνιακές επαφές με εθνικιστικά κινήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ενδεικτική ήταν η παρουσία του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς στην Ουγγαρία, όπου είχε εκφράσει ανοικτά τη στήριξή του προς τον Βίκτορ Όρμπαν ενόψει των εκλογών του Απριλίου. Ωστόσο η ήττα του Ούγγρου ηγέτη μετά από 16 χρόνια στην εξουσία ενίσχυσε τις αμφιβολίες πολλών ομοϊδεατών του για το πολιτικό κόστος της σύνδεσης με τον Τραμπ.
Το τέλος μιας πολιτικής σχέσης
Η μεταστροφή είναι ιδιαίτερα αισθητή στην Ιταλία και τη Γερμανία, δύο χώρες όπου η ακροδεξιά είχε διατηρήσει στενούς δεσμούς με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η Μελόνι ήταν από τους πρώτους Ευρωπαίους ηγέτες που συνεχάρησαν τον Τραμπ για την επανεκλογή του το 2024 και προσπάθησε να αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή όταν ξέσπασε ο διατλαντικός εμπορικός πόλεμος.
Σήμερα όμως οι σχέσεις τους βρίσκονται στο χειρότερο σημείο. Η άρνηση της Ιταλίας να επιτρέψει τη χρήση στρατιωτικών βάσεων της χώρας από αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν οδήγησε σε ανοιχτή αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών.
Παρόμοιο κλίμα επικρατεί και στη Γερμανία, όπου η ηγεσία του AfD φέρεται να έχει ζητήσει από στελέχη του κόμματος να περιορίσουν τις επισκέψεις τους στις Ηνωμένες Πολιτείες ενόψει κρίσιμων περιφερειακών εκλογών.
Η εξαίρεση της Πολωνίας
Δεν ακολουθούν όμως όλοι την ίδια πορεία. Στην Πολωνία, το εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) εξακολουθεί να επενδύει στη στενή σχέση με τον Τραμπ.
Η Βαρσοβία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη και συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αγοραστές αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Ο πρόεδρος Κάρολ Ναβρότσκι, που στηρίζεται από το PiS, αξιοποιεί τις επαφές του με τον Λευκό Οίκο στην πολιτική του αντιπαράθεση με τον πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ. Σύμφωνα με Πολωνούς αναλυτές, η πρόσβαση στην αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρείται σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα από μεγάλο μέρος της πολωνικής κοινωνίας.
Η ίδια τάση αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις: το 17% των Πολωνών που συμμετείχαν στην έρευνα του Cluster17 θεωρούν τον Τραμπ «φίλο της Ευρώπης», το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των επτά κρατών-μελών της ΕΕ που εξετάστηκαν.
Παρά τη σχετική ανθεκτικότητα της επιρροής του στην Πολωνία, η συνολική εικόνα στην Ευρώπη δείχνει ότι η πολιτική γοητεία του Ντόναλντ Τραμπ στους κόλπους της ευρωπαϊκής δεξιάς δεν αποτελεί πλέον το ισχυρό εκλογικό χαρτί που ήταν πριν από λίγα χρόνια. Αντίθετα, για ολοένα και περισσότερους πολιτικούς της ηπείρου, η σχέση μαζί του εξελίσσεται σε πολιτικό βάρος ενόψει των κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων που έρχονται.






































