Την ώρα που ο δημόσιος διάλογος γύρω από τον τουρισμό στην Ελλάδα κυριαρχείται συχνά από αναφορές σε «υπερτουρισμό», τα στοιχεία που παρουσιάζει η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) στην Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, δείχνουν ότι τουλάχιστον για την Αθήνα ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Παρά τη θεαματική αύξηση των αφίξεων τα τελευταία χρόνια και τη διαρκή ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της ελληνικής πρωτεύουσας στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, η Αθήνα εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις ως προς τους δείκτες που χρησιμοποιούνται διεθνώς για τη μέτρηση του υπερτουρισμού.
Η συζήτηση για τον υπερτουρισμό έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία χρόνια, καθώς δημοφιλείς προορισμοί σε ολόκληρη την Ευρώπη αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις από τη μαζική συγκέντρωση επισκεπτών. Πόλεις όπως η Βαρκελώνη, η Βενετία, το Άμστερνταμ και η Βιέννη έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης εξαιτίας των επιπτώσεων που προκαλεί η υπερβολική τουριστική δραστηριότητα στις υποδομές, στο περιβάλλον και στην καθημερινότητα των κατοίκων.

Τι αποδεικνύουν οι δείκτες της ΤτΕ
Σύμφωνα με την ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία συγκρίνει την Αθήνα με τους σημαντικότερους αστικούς τουριστικούς προορισμούς της Ευρωζώνης, η εικόνα της ελληνικής πρωτεύουσας είναι αρκετά διαφορετική. Με βάση τον δείκτη που συνδέει τον αριθμό των αφίξεων επισκεπτών με τον μόνιμο πληθυσμό, φαινόμενα υπερτουρισμού θεωρούνται πιθανότερα όταν η τιμή του υπερβαίνει το όριο του 2.
Στις περιπτώσεις του Άμστερνταμ, της Βιέννης, της Βενετίας και της Βαρκελώνης οι σχετικοί δείκτες βρίσκονται πάνω από το συγκεκριμένο όριο, καταδεικνύοντας σημαντική πίεση από τις τουριστικές ροές. Αντίθετα, η Αθήνα παραμένει κοντά στη μονάδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η τουριστική δραστηριότητα δεν έχει ακόμη φθάσει σε επίπεδα που να δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του υπερτουρισμού.

Ο μεγαλύτερος φόρτος από την αύξηση των επισκεπτών φαίνεται να υπάρχει στην ευρύτερη περιοχή του Άμστερνταμ, ενώ ακολουθούν η Βιέννη και η Βενετία. Σύμφωνα με τον δείκτη αυτό (που παραμένει πέριξ της μονάδας), η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας δεν παρουσιάζει προβλήματα υπερτουρισμού, παρά την άνοδο των αφίξεων που καταγράφεται σε σχέση με την προ της πανδημίας περίοδο.
Η ανάλυση της εξέλιξης του δείκτη των ταξιδιωτικών αφίξεων σε σχέση με τη γεωγραφική έκταση στις επιλεγμένες δημοφιλείς τουριστικά πόλεις για την ίδια χρονική περίοδο δεν διαφοροποιεί τα συμπεράσματα, καθώς η Αττική κατατάσσεται χαμηλά.
Η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας κατατάσσεται σε χαμηλή θέση συγκριτικά με τους πιο δημοφιλείς αστικούς προορισμούς της ευρωζώνης. Επιπλέον, η πληρότητα των κλινών υπολείπεται συγκριτικά με άλλες πόλεις που υφίστανται ήδη πίεση από τη σημαντική προσέλευση επισκεπτών. Μάλιστα, η εποχικότητα στην Αττική είναι έντονη και συγκεντρώνεται στους καλοκαιρινούς μήνες, με μόνο τη Φλωρεντία, τη Βενετία και τη Βαρκελώνη να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης.

Επομένως, η ήδη διαφαινόμενη μικρή διαφοροποίηση με αύξηση των εισπράξεων και των επισκέψεων σε περιόδους εκτός της παραδοσιακής τουριστικής περιόδου προσδίδει περαιτέρω περιθώρια ανάπτυξης. Αν και η Αθήνα δεν καταγράφει ακόμη επίπεδα υπερτουρισμού αντίστοιχα με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, η συνεχής αύξηση των αφίξεων και η συγκέντρωση επισκεπτών σε συγκεκριμένες περιοχές του ιστορικού κέντρου δημιουργούν προβληματισμό για το μέλλον.
Πολυδιάστατο φαινόμενο ο υπερτουρισμός
Ο υπερτουρισμός, άλλωστε, δεν ορίζεται αποκλειστικά από τον αριθμό των επισκεπτών, επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που συνδέεται με τη συγκέντρωση τουριστικών ροών σε συγκεκριμένους χώρους και χρονικές περιόδους, καθώς και με την ικανότητα των τοπικών υποδομών να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά κατοίκους και επισκέπτες.
Όταν η τουριστική ανάπτυξη ξεπερνά τα όρια αντοχής μιας περιοχής, τότε εμφανίζονται προβλήματα όπως η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η αύξηση των απορριμμάτων, η υπερκατανάλωση νερού και ενέργειας, αλλά και η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Αν και συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη του τουρισμού και στην αναζωογόνηση ορισμένων γειτονιών, έχουν επίσης επηρεάσει την αγορά κατοικίας, περιορίζοντας τη διαθεσιμότητα ακινήτων για μόνιμη χρήση και αυξάνοντας το κόστος στέγασης. Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά παρατηρείται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις που γνωρίζουν έντονη τουριστική ανάπτυξη.
Η εμπειρία προορισμών που αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα υπερτουρισμού προσφέρει χρήσιμα διδάγματα για την Ελλάδα. Η χώρα έχει τη δυνατότητα να προλάβει μελλοντικές δυσλειτουργίες μέσα από έγκαιρο σχεδιασμό και επενδύσεις στις υποδομές. Η ενίσχυση των δικτύων μεταφορών, ύδρευσης και διαχείρισης απορριμμάτων, η καλύτερη κατανομή των επισκεπτών στον χώρο και στον χρόνο, καθώς και η ανάδειξη λιγότερο προβεβλημένων προορισμών μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά απέναντι σε πιθανούς κινδύνους.
Παράλληλα, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου φαίνεται να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες για τον ελληνικό τουρισμό. Η Αθήνα διαθέτει ισχυρά πλεονεκτήματα στον πολιτιστικό, συνεδριακό και γαστρονομικό τουρισμό, τα οποία μπορούν να προσελκύσουν επισκέπτες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, μειώνοντας τη συγκέντρωση της ζήτησης στους καλοκαιρινούς μήνες.
Η πρόκληση της κλιματικής αλλαγής
Την ίδια στιγμή, μια ακόμη πρόκληση αναδύεται με αυξανόμενη ένταση: η κλιματική αλλαγή, επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος. Οι συχνότεροι καύσωνες, οι πυρκαγιές και τα ακραία καιρικά φαινόμενα επηρεάζουν σταδιακά την ελκυστικότητα των μεσογειακών προορισμών και αναγκάζουν τον τουριστικό κλάδο να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα. Η μετάβαση σε πιο βιώσιμες μορφές ανάπτυξης, η εξοικονόμηση πόρων και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών αποτελούν πλέον αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού.
Στην περίπτωση της Ελλάδος, η βιβλιογραφία κατατάσσει τη χώρα στις τουριστικές οικονομίες που αναμένεται να επηρεαστούν έντονα από την κλιματική αλλαγή, παρότι η ανεπτυγμένη τουριστική υποδομή και οι σχετικές πολιτικές μπορούν να αποτελέσουν μηχανισμό μερικής αντιστάθμισης των επιπτώσεων. Η κλιματική αλλαγή και κυρίως ο τρόπος με τον οποίον εκδηλώνεται στην Ελλάδα, δηλαδή με υπερβολική ζέστη/καύσωνες και ακραία καιρικά φαινόμενα όπως ο Ιανός ή ο Daniel κ.λπ., επηρεάζουν σημαντικά τόσο τη ζήτηση όσο και την προσφορά. Στην πλευρά της ζήτησης, φαίνεται ότι η σημαντικότερη επίπτωση είναι η μετατόπιση της χρονικής περιόδου των διακοπών ώστε να αποφευχθεί η υπερβολική ζέστη τους καλοκαιρινούς μήνες.

Επίσης, οι μεταβολές στις προτιμήσεις των ταξιδιωτών, ιδίως των νεότερων γενεών, αντανακλώνται σε μια σαφή στροφή προς πιο βιώσιμες μορφές ταξιδιού, μικρότερους και λιγότερο κορεσμένους προορισμούς και επιλογές που συμβάλλουν στη διατήρηση και ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η αυξανόμενη περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση οδηγεί σε προτίμηση βιώσιμων καταλυμάτων, μεταφορών με μικρό αποτύπωμα άνθρακα και δραστηριοτήτων που προάγουν την προστασία της φύσης.
Στην πλευρά της προσφοράς, η ανάγκη μετάβασης σε υποδομές και υπηρεσίες με χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική. Η επένδυση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε τεχνολογίες εξοικονόμησης πόρων, σε συστήματα διαχείρισης αποβλήτων και σε οικολογικά υλικά είναι αναγκαία τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος όσο και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των τουριστικών επιχειρήσεων. Η σταδιακή υιοθέτηση πράσινων πρακτικών αποτελεί πλέον παράγοντα διαφοροποίησης των τουριστικών υπηρεσιών, καθώς η τουριστική ζήτηση εμφανίζει αυξημένο ενδιαφέρον για περιβαλλοντικά υπεύθυνους προορισμούς και επιχειρήσεις.







































