Οι αγρότες στις ΗΠΑ δανείζονται πλέον περισσότερα χρήματα από ποτέ για να διατηρήσουν σε λειτουργία τις εκμεταλλεύσεις τους, όμως το πραγματικό μέγεθος του χρέους τους ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερο από αυτό που καταγράφουν οι επίσημες στατιστικές. Η αυξανόμενη χρήση μη παραδοσιακών μορφών χρηματοδότησης, όπως πιστώσεις από προμηθευτές, εμπόρους αγροτικού εξοπλισμού, συνεταιρισμούς και εταιρείες χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, δημιουργεί σημαντικά κενά στην ικανότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να μετρήσει την έκταση της επιβάρυνσης.
Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA), εάν ένας αγρότης αδυνατεί να αποπληρώσει τις οφειλές του, το συνολικό χρέος του αγροτικού τομέα αναμένεται να φθάσει το 2026 στα 605,1 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 4,6% σε ονομαστικούς όρους. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει περίπου 399 δισ. δολάρια σε χρέος που συνδέεται με ακίνητα και 206,1 δισ. δολάρια σε μη ακίνητο χρέος, που αφορά μεταξύ άλλων λειτουργικά έξοδα, εξοπλισμό και άλλες υποχρεώσεις.
Σε πραγματικούς, προσαρμοσμένους στον πληθωρισμό όρους, το αγροτικό χρέος έχει υπερδιπλασιαστεί από το 2000, όταν βρισκόταν περίπου στα 300 δισ. δολάρια. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγρότες αντιμετωπίζουν πιεσμένα περιθώρια κέρδους, χαμηλότερες τιμές για βασικά αγροτικά προϊόντα και αυξημένο κόστος για καύσιμα, λιπάσματα, σπόρους και μηχανήματα.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε από τις εμπορικές εντάσεις των ΗΠΑ με βασικούς αγοραστές, μεταξύ των οποίων η Κίνα, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν αυξήσει περαιτέρω το κόστος ορισμένων εισροών. Παράλληλα, η αύξηση των πτωχεύσεων αγροτικών επιχειρήσεων έχει κάνει ορισμένες τράπεζες πιο επιφυλακτικές στη χορήγηση νέων δανείων. Έτσι, αρκετοί παραγωγοί αναγκάζονται να αναζητούν κεφάλαια εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος.

Τι ξεφεύγει από το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ
«Υπάρχουν νέοι δανειστές που εμφανίζονται και πρέπει να βρούμε τρόπους να αποκτήσουμε πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα», δήλωσε στο Reuters ο Τζέφρι Χόπκινς, αναπληρωτής βοηθός διοικητή της Υπηρεσίας Οικονομικών Ερευνών του USDA.
Το πρόβλημα είναι ότι ένα σημαντικό μέρος αυτών των πιστώσεων δεν αποτυπώνεται εύκολα στις επίσημες βάσεις δεδομένων. Το USDA βασίζεται σε στοιχεία που υποβάλλουν τράπεζες, ιδρύματα του Farm Credit System και άλλοι εποπτευόμενοι δανειστές. Για τις πιο άτυπες μορφές δανεισμού χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, την έρευνα Agricultural Resource Management Survey, ένα ερωτηματολόγιο περίπου 24 σελίδων που συμπληρώνουν οι παραγωγοί. Ωστόσο, το ποσοστό συμμετοχής στην έρευνα έχει μειωθεί δραματικά, από περίπου 68% το 2009 σε μόλις 33% το 2025.
Η Τζένη Ίφτ, καθηγήτρια αγροτικής χρηματοδότησης στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Κάνσας, εκτιμά ότι το χρέος που καταγράφεται στην κατηγορία «άτομα και λοιποί» του USDA μπορεί να είναι δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερο από το επίσημο ποσό. Η συγκεκριμένη κατηγορία ανερχόταν σε περίπου 45 δισ. δολάρια το 2025.
Ενδεικτική της αλλαγής είναι η περίπτωση της Land O’Lakes, ενός από τους μεγαλύτερους αγροτικούς συνεταιρισμούς των ΗΠΑ. Η χρηματοδοτική της δραστηριότητα έχει αυξήσει τις δεσμευμένες πιστώσεις προς παραγωγούς από περίπου 100 εκατ. δολάρια το φθινόπωρο του 2025 σε περισσότερα από 1 δισ. δολάρια για την καλλιεργητική περίοδο του 2027, σύμφωνα με τη διευθύνουσα σύμβουλο της εταιρείας, Μπεθ Φορντ.

Αγρότες με πάμπολλες πιστωτικές γραμμές
Η έκταση του προβλήματος αποτυπώνεται και στο πλήθος των διαφορετικών πιστωτικών γραμμών που χρησιμοποιούν οι αγρότες. Από περισσότερους από 52 εμπορικούς παραγωγούς καλλιεργειών που μίλησαν στο Reuters σε επτά πολιτείες του αμερικανικού Νότου και της Μεσοδυτικής, η πλειονότητα διατηρούσε από επτά έως δέκα διαφορετικές γραμμές χρηματοδότησης. Ορισμένοι είχαν περισσότερες από 30, ενώ μία οικογένεια στην Αϊόβα είχε συνολικά 42, κυρίως επειδή οι έμποροι αγροτικών μηχανημάτων απαιτούσαν ξεχωριστές πιστωτικές γραμμές για κάθε νέα αγορά ή μίσθωση.
Προηγούμενη έρευνα δείχνει ότι το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στη χρηματοδότηση εξοπλισμού. Μελέτη του 2024 από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Κάνσας, το USDA και την Εθνική Υπηρεσία Πιστωτικών Ενώσεων, η οποία εξέτασε περισσότερες από 4,4 εκατ. εγγραφές επί αγροτικού εξοπλισμού σε 14 πολιτείες, διαπίστωσε ότι το χρέος από μη παραδοσιακούς δανειστές μπορεί να ήταν έως και τέσσερις φορές μεγαλύτερο από αυτό που εμφάνιζαν τα στοιχεία του USDA.
Η Τζένη Ίφτ θέτει έτσι ένα κρίσιμο ερώτημα για τις αμερικανικές αρχές: πώς μπορούν τράπεζες, ρυθμιστικές αρχές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να αξιολογήσουν σωστά τη χρηματοοικονομική υγεία των αγροτών όταν σημαντικό μέρος του χρέους τους δεν καταγράφεται;
Το ζήτημα δεν περιορίζεται όμως στους ίδιους τους παραγωγούς. Ο Γουέσλι Ντέιβις, εταίρος της Meridian Agribusiness Advisors, εκτιμά ότι περίπου οι μισές εμπορικές αγροτικές εκμεταλλεύσεις στις ΗΠΑ χρησιμοποίησαν φέτος προμηθευτική ή μη παραδοσιακή χρηματοδότηση για τα λειτουργικά τους έξοδα, ποσοστό αυξημένο κατά περίπου 10% σε σχέση με έναν χρόνο πριν.

Μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τους πιστωτές
Ο Ντέιβις προειδοποιεί ότι οι επιχειρήσεις που προσφέρουν πίστωση στους πελάτες τους αναλαμβάνουν και οι ίδιες μεγαλύτερο κίνδυνο. Ένας αγρότης αδυνατεί να αποπληρώσει τις ανεξάρτητες του, η πίεση μπορεί να μεταφερθεί στον προμηθευτή, στον έμπορο εξοπλισμού ή στον συνεταιρισμό.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το USDA εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο «spillover effect», δηλαδή επιπτώσεις που θα μπορούσαν να μεταδοθούν από τον αγροτικό τομέα στην ευρύτερη οικονομία. Ο Χόπκινς παραπέμπει στην κρίση των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου του 2007-2010, όταν τα ελλιπή δεδομένα δυσκόλεψαν την αξιολόγηση του ποια χρέη ήταν υγιή και ποια προβληματικά.
Το USDA έχει ξεκινήσει ερευνητικά προγράμματα για να καταγράψει καλύτερα την αγορά μη παραδοσιακού αγροτικού δανεισμού και διασταυρώνει στοιχεία ερευνών αγροτών με δεδομένα της Farm Service Agency. Τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.
Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο πόσο χρωστούν οι Αμερικανοί αγρότες, αλλά και πόσο από αυτό το χρέος παραμένει αόρατο. Με το συνολικό επίσημο χρέος ήδη σε επίπεδο-ρεκόρ, η διόγκωση της εξωτραπεζικής χρηματοδότησης μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η πίεση στον αμερικανικό αγροτικό τομέα είναι μεγαλύτερη από όσο δείχνουν οι επίσημοι αριθμοί.
































