Επτά μήνες μετά την είσοδο στον εν εξελίξει κύκλο αύξησης του κόστους χρήματος, σε συνέχεια της έναρξης του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν, τα επιτόκια δανεισμού στην Ελλάδα διατηρούνται σε ελκυστικά επίπεδα.
Πρόκειται για στρατηγική που έχουν επιλέξει να εφαρμόσουν οι διοικήσεις των τραπεζών στις χρηματοδοτήσεις, ώστε να αποφευχθεί μία διαταραχή στη ζήτηση από φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερη. Κατ΄ αρχάς, ολοκληρώθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ως προς τη δυνατότητα συμβασιοποίησης δανείων και η πιστωτική επέκταση στην επιχειρηματική πίστη αν και παραμένει ισχυρή, μειώνεται.
Επιπλέον, η χώρα οδεύει προς εκλογές και μέχρι να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο δεν αποκλείεται η αναβολή επενδυτικών σχεδίων.
Ταυτόχρονα, στη λιανική τραπεζική η στεγαστική πίστη γράφει τους τελευταίους μήνες θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια.
Η ισορροπία ωστόσο είναι εύθραυστη, καθώς το πρόσημο ακόμη είναι οριακό.
Διπλή επίδραση
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, «τα επιτόκια πλησιάζουν σε σημείο που αν ξεπεραστεί, η επίδραση στις εργασίες δανείων θα είναι αναπόφευκτη».
Συγκεκριμένα, η αγορά θα επηρεαστεί διπλά:
– Πρώτον, μπορεί να αυξηθούν οι πρόωρες αποπληρωμές από νοικοκυριά και επιχειρήσεις με υψηλή πιστοληπτική ικανότητα.
Πρόκειται για μία τάση που είχε καταγραφεί το 2023 και το 2024 όταν τα επιτόκια στην ευρωζώνη είχαν αναρριχηθεί σε ιστορικά υψηλά.
Σε εκείνη την περίοδο πλήθος δανειοληπτών με πλεονάζουσα ρευστότητα επέλεξε να μειώσει τα τραπεζικά χρέη, ώστε να περιορίσει τα έξοδα για τόκους.
Προς το παρόν, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν έχουν καταγραφεί κινήσεις αυτής της μορφής. Ωστόσο, αν το κόστος δανεισμού συνεχίσει να ανεβαίνει, δεν μπορεί να αποκλειστεί αυτό το ενδεχόμενο.
Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος των δανείων από το υφιστάμενο απόθεμα χορηγήσεων είναι κυμαινόμενου επιτόκιου. Άρα επηρεάζεται άμεσα από τις μεταβολές της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ.
– Δεύτερον, μείωση της ζήτησης για νέο δανεισμό, εάν τα προγράμματα των τραπεζών καταστούν ακριβότερα.
Από τη μία πλευρά στα νοικοκυριά η άνοδος των δόσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναβολή των αποφάσεων για ένα νέο άνοιγμα.
Από την άλλη στις επιχειρήσεις η αύξηση του κόστους χρήματος αλλάζει τις ισορροπίες στα επιχειρησιακά πλάνα, καθιστώντας τα επενδυτικά σχέδια λιγότερο κερδοφόρα ή ακόμη και μη βιώσιμα.
Η πολιτική επιτοκίων
Σημειώνεται ότι σε σχέση με τα χαμηλά τους στα τέλη του 2025 οι δείκτες euribor έχουν καταγράψει άνοδο της τάξης των 50 – 60 μονάδων βάσης.
Οι ελληνικές τράπεζες ωστόσο έχουν απορροφήσει μέρος της στις νέες χορηγήσεις, ώστε να παραμείνουν ελκυστικές.
Αυτό έχει καταστεί εφικτό με τη συγκράτηση των spreads που ακυρώνουν ένα μέρος της αύξησης στους δείκτες αναφοράς και περιορίζουν την άνοδο στη συνολική επιβάρυνση ενός δανείου.
Αναμφίβολα, υποστηρικτικά στην εν λόγω στρατηγική λειτουργεί η χαμηλού κόστους καταθετική βάση στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο μέρος της ρευστότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, περίπου 75%, είναι τοποθετημένο σε λογαριασμούς πρώτους ζήτησης που δεν αποδίδουν τόκους.
Επιπλέον, λόγω των τελευταίων αναβαθμίσεων τόσο της χώρας, όσο και του κλάδου, η άντληση κεφαλαίων από τις αγορές γίνεται με καλύτερους όρους.
Από τη στιγμή λοιπόν που τα έξοδα για τόκους δεν ενισχύονται με βάση την πορεία των ευρωπαϊκών επιτοκίων, οι ελληνικές τράπεζες επιλέγουν να αξιοποιήσουν το συγκεκριμένο όφελος για τη συγκράτηση του κόστους στις νέες δανειοδοτήσεις.
Όπως λένε πηγές της αγοράς, «μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις ξένα πιστωτικά ιδρύματα αδυνατούν να χτυπήσουν τιμολογιακά τα εγχώρια».






































