Η επιστροφή των τραπεζών σε υψηλούς και βιώσιμους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης μετά το μακράς διαρκείας σοκ ζήτησης και προσφοράς χρήματος που προκάλεσε η κρίση της προηγούμενης 10ετίας, είναι αδιαμφισβήτητη.
Μέσα σε λίγα χρόνια, παρά το απαιτητικό διεθνές περιβάλλον και την άνοδο των επιτοκίων, πέτυχαν τη σημαντική μεγέθυνση των χρηματοδοτικών τους υπολοίπων. Τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν αυτή την πορεία.
Από το ιστορικό υψηλό των 275 δισ. ευρώ το 2010, το εγχώριο χαρτοφυλάκιο χορηγήσεων υποχώρησε έως και τα 139 δισ. ευρώ το 2021, καθώς η ολοκλήρωση του πρώτου μεγάλου κύματος εξυγίανσης του συστήματος συνέπεσε με τις χαμηλές πτήσεις στις νέες εκταμιεύσεις.
Εκτοτε όμως τα μεγέθη ακολουθούν μία σταθερά ανοδική τροχιά. Στο τέλος του περασμένου Ιουνίου τα συνολικά υπόλοιπα είχαν ξεπεράσει τα 180 δισ. ευρώ και το ορόσημο των 200 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι θα έχει επιτευχθεί το αργότερο έως και το πρώτο μισό του 2028.
Η βελτίωση αυτή έχει επιδράσει θετικά στα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών, με τα έντοκα έσοδα να αυξάνονται σημαντικά κατά τη φάση των υψηλών επιτοκίων (2023-2024) και να σταθεροποιούνται στη συνέχεια, στηριζόμενα στον μεγαλύτερο όγκο εξυπηρετούμενων δανείων.
Η συγκέντρωση
Παρ’ όλα αυτά, σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών και οίκων επισημαίνονται το τελευταίο διάστημα οι κίνδυνοι που απορρέουν από τον τρόπο ανάπτυξης των σχετικών μεγεθών. Οι αναλυτές τους θεωρούν ότι το μεγάλο μερίδιο λίγων συστημικών εταιρειών στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια έχει αυξήσει αισθητά το ρίσκο συγκέντρωσης.
Η αλήθεια είναι πως η σύνθεσή τους έχει αλλάξει αξιοσημείωτα τα τελευταία χρόνια. Στα τέλη του 2009 η αναλογία επιχειρηματικών δανείων και χορηγήσεων λιανικής διαμορφωνόταν στο 60%-40% περίπου, παραμένοντας ουσιαστικά σταθερή ως το 2020. Το 2021 κινήθηκε προς το 70%-30% και πλέον βρίσκεται στο 80%-20%. Ακόμη και αν συμπεριληφθούν στο retail τα δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, δεν αλλάζουν σε μεγάλο βαθμό οι συσχετισμοί. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις διαφορετικές ταχύτητες ανάπτυξης των επιμέρους τομέων πίστης από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, τα τελευταία 5 χρόνια τα υπόλοιπα στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων συρρικνώθηκαν κατά 6,5 δισ. ευρώ περίπου, καθώς οι εκταμιεύσεις ήταν μέχρι και το 2024 χαμηλότερες των αποπληρωμών. Στον αντίποδα, τα δάνεια προς επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 47,5 δισ. ευρώ. Ετσι, διευρύνθηκε το μερίδιό τους στη συνολική πίτα.
Ο προβληματισμός
Τίθεται λοιπόν ζήτημα αύξησης του ρίσκου λόγω συγκέντρωσης των ανοιγμάτων σε μικρότερο αριθμό πελατών σε σχέση τόσο με το πρόσφατο παρελθόν όσο και με την περίοδο ανάπτυξης του κλάδου τη δεκαετία του 2000. Το θέμα ανέδειξε σε έκθεσή του τον περασμένο Μάιο το ΔΝΤ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, τον Ιούνιο του 2025 οι 10 μεγαλύτερες επιχειρηματικές εκθέσεις αντιστοιχούσαν στο 122% των κεφαλαίων Tier 1 των τραπεζών ή στο 10% του συνολικού ενεργητικού τους. Με αυτά τα δεδομένα, το Ταμείο προειδοποίησε ότι ταυτόχρονες δυσκολίες σε έναν εύλογο αριθμό δανειοληπτών θα μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντικές πιέσεις στο σύστημα. «Σίγουρα θα αισθανόμουν πιο άνετα εάν αντί για 20 μεγάλους πελάτες, είχαμε τους διπλάσιους. Ή εάν το μερίδιο των επιχειρηματικών δανείων δεν ήταν στο 70%, αλλά στο 55%» σημειώνει σχετικά κορυφαίο τραπεζικό στέλεχος. Πρόκειται όπως λέει για «απόρροια ενός διαρθρωτικού χαρακτηριστικού της ελληνικής οικονομίας». Προσθέτει όμως πως «τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των χρηματοδοτήσεών μας περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό τους κινδύνους».
Κατά την ίδια πηγή, τα κεφάλαια που εκταμιεύονται αξιοποιούνται για υποδομές και άλλες παραγωγικές επενδύσεις σε κλάδους αιχμής. Επιπλέον, τα δάνεια καλύπτονται από εξασφαλίσεις υψηλής ποιότητας. Αρα και σε ένα κακό σενάριο, θα διατηρήσουν αξία. Στο πλαίσιο αυτό, συμπληρώνει, ακόμη και αν ένας μεγάλος όμιλος αντιμετωπίσει δυσκολίες, υπάρχει από πίσω περιουσία που όχι μόνο θα περιορίσει την τελική ζημία του πιστωτή, αλλά θα μπορεί να ρευστοποιηθεί και γρήγορα.
Η σύγκριση
Σημειώνει δε ότι η κατάσταση σήμερα δεν μπορεί να συγκριθεί με την προ κρίσης περίοδο.
Πλέον, οι τράπεζες εφαρμόζουν αυστηρότερα κριτήρια, υπό συνεχείς εποπτικούς ελέγχους, ενώ εξετάζουν σε βάθος τις ταμειακές ροές, τα business plans και την αντοχή των επιχειρήσεων σε δυσμενή ενδεχόμενα. Παράλληλα, έχουν απομακρύνει μεγάλο μέρος των παλαιών προβληματικών δανείων μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων. «Ποια είναι λοιπόν η εναλλακτική; Να αρχίσουμε να δανείζουμε επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη πιστοληπτική ικανότητα και τα οικονομικά τους στοιχεία είναι αδιαφανή; Που ακόμη κι αν θέλαμε, δεν εκδηλώνεται η ανάλογη ζήτηση» προσθέτει η ίδια πηγή. Οπως λέει, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δίνουν και σε αυτό το σημείο την απάντηση. Στο τέλος του α’ εξαμήνου ο δείκτης καθυστερήσεων στις μεγάλες επιχειρήσεις ήταν μόλις 0,9% έναντι 2,2% στο σύνολο των εταιρικών χορηγήσεων, 4,6% στις μικρομεσαία και 11,2% στα πολύ μικρά σχήματα. Εν κατακλείδι, υπογραμμίζει ότι η μετατροπή του προφίλ των δανειακών χαρτοφυλακίων σε πρόβλημα συστημικών διαστάσεων για τον κλάδο, προϋποθέτει μία βαθιά, οριζόντια διαταραχή της ελληνικής οικονομίας. «Ακόμη κι αν συμβεί αυτό όμως, είναι προτιμότερο για μία τράπεζα να διαθέτει ως εξασφαλίσεις τα πιο αξιοποιήσιμα assets της χώρας, τα οποία καλώς ή κακώς μόνον οι μεγάλοι κάθε κλάδου μπορούν να προσφέρουν» καταλήγει το ίδιο στέλεχος.
Ασθενική η λιανική
Πάντως, μεγαλύτερη διασπορά στα δανειακά χαρτοφυλάκια θα ήταν δυνατή με την ενίσχυση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης στη λιανική τραπεζική.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, σε σχέση με την καλή περίοδο της αγοράς μετά την είσοδο της χώρας στο ευρώ, οι νέες εργασίες, παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί, παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ο ρυθμός μεταβολής του τομέα πέρασε σε θετικό έδαφος μόλις τον Μάιο του 2025, μετά από 16 χρόνια.
Ο λόγος είναι ότι οι εκταμιεύσεις δανείων παρότι αυξημένες παρέμεναν για μία μακρά περίοδο σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις αποπληρωμές που γίνονταν για τον μεγάλο όγκο των προ του 2010 χορηγήσεων. Παρ’ όλα αυτά η ανάπτυξη είναι ασθενική. Τον περασμένο Σεπτέμβριο τα δάνεια προς ιδιώτες έτρεχαν με ετήσιο ρυθμό 2,4%.
Την ίδια περίοδο η καθαρή αύξηση των υπολοίπων διαμορφωνόταν σε 6,5% στην καταναλωτική πίστη και σε μόλις 1% στη στεγαστική. Κι αυτό παρά το νέο ρεκόρ 13 ετών στις νέες δανειοδοτήσεις που θα καταγραφεί φέτος.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
















![Ακίνητα: Τι αγοράζεις με μισό εκατ. στην Αττική – Οι περιοχές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/ot_Athens_akinhta_leoforos.png)


















