Η καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης συνιστά, μεταξύ άλλων, προϋπόθεση για την εγκυρότητα της απόλυσης εργαζομένου που έχει απασχοληθεί τουλάχιστον ένα έτος στην ίδια επιχείρηση.
Η καταγγελία σύμβασης εργασίας απαιτεί υποχρεωτικά έγγραφο και ηλεκτρονική αναγγελία στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ εντός των νόμιμων προθεσμιών, ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν καταβάλλεται αποζημίωση.
Η αποζημίωση απόλυσης οφείλεται στον εργαζόμενο
- είτε η απόλυση λαμβάνει χώρα για λόγους που αφορούν στην επιχείρηση
- είτε για λόγους που αφορούν στον ίδιο τον εργαζόμενο· η μη εκτέλεση, με επιμέλεια, των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του εργαζομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί λόγος που απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωσή του για την καταβολή αυτή.
Η αποζημίωση απόλυσης οφείλεται πάντοτε – με εξαίρεση ελάχιστες περιπτώσεις – ακόμα και εάν η απόλυση λαμβάνει χώρα για λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του εργαζομένου. Ήτοι μεταξύ άλλων εξαιρετικώς, στην περίπτωση που προκύπτει εμφανώς ότι ο εργαζόμενος προσπαθεί να προκαλέσει την απόλυσή του για να λάβει την αποζημίωση, η τελευταία δεν καταβάλλεται από τον εργοδότη.

Τυπικές προϋποθέσεις, νόμιμης καταγγελίας σύμβασης εργασίας
Η διαδικασία και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η απόλυση, συνοπτικά έχει ως εξής:
- Έγγραφος τύπος: Η απόλυση πρέπει υποχρεωτικά να γίνει γραπτώς. Αν ο εργοδότης τη γνωστοποιήσει προφορικά (π.χ. «από αύριο να μην έρθεις») η απόλυση είναι απολύτως άκυρη.
- Καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά την παράδοση της καταγγελίας: Όταν ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα αποζημίωσης, όταν δηλαδή έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο προϋπηρεσίας, ο εργοδότης πρέπει να την καταβάλει τη στιγμή που του παραδίδει την καταγγελία. Αν δεν πληρωθεί τότε, η απόλυση είναι άκυρη, ακόμη κι αν δοθεί λίγο αργότερα.
- Αναγγελία της απόλυσης στη Δ.ΥΠ.Α.: Υποχρέωση αναγγελίας της απόλυσης στη Δ.ΥΠ.Α.. Ο εργοδότης έχει προθεσμία τεσσάρων (4) ημερών για να δηλώσει την απόλυση στη Δ.ΥΠ.Α. Αν δεν το κάνει, η απόλυση επίσης καθίσταται άκυρη.
- Εγγραφή στο σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ»: Η απόλυση πρέπει να δηλωθεί και στο ηλεκτρονικό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», το οποίο καταγράφει όλα τα στοιχεία απασχόλησης. Η μη καταχώρηση θεωρείται σοβαρή παραβίαση και οδηγεί σε ακυρότητα.
Αν λείπει έστω μία από αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, η καταγγελία θεωρείται άκυρη ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της.
Περιπτώσεις που νομίμως ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας εργαζόμενου και να μην καταβάλει αποζημίωση
Ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει νομίμως τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σε τρεις κύριες περιπτώσεις: τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, τη σοβαρή παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και τη μακροχρόνια αδικαιολόγητη αποχή (σιωπηρή παραίτηση).
Οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις αναλύονται παρακάτω:
1. Τέλεση ποινικού αδικήματος
Η προϋπόθεση: Ο εργαζόμενος έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα (τουλάχιστον σε βαθμό πλημμελήματος) που σχετίζεται άμεσα με την άσκηση των καθηκόντων του.
Η διαδικασία: Απαιτείται υποβολή μήνυσης ή έγκλησης, ή άσκηση ποινικής δίωξης κατά του εργαζομένου πριν από την καταγγελία της σύμβασης.
2. Σοβαρή παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων
Η προϋπόθεση: Ο εργαζόμενος υποπίπτει σε βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβιάζει κατάφωρα τις βασικές του υποχρεώσεις (π.χ. αξιόποινη συμπεριφορά, κλοπή εις βάρος του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια ή άρνηση παροχής εργασίας).
Η νομική διάσταση: Οφείλει να συντρέχει “σπουδαίος λόγος” κατά την έννοια της νομολογίας, καθιστώντας αδύνατη τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης.
3. Αδικαιολόγητη και μακρόχρονη αποχή (Σιωπηρή καταγγελία)
Η προϋπόθεση: Ο εργαζόμενος απουσιάζει από την εργασία του συστηματικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα αδικαιολόγητα (νομολογιακά έχει κριθεί κατά κανόνα για διάστημα άνω των 20-23 ημερών).
Η νομική διάσταση: Η απουσία αυτή εκλαμβάνεται από τη νομολογία ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης από την πλευρά του εργαζομένου, με συνέπεια να μην δικαιούται αποζημίωση.

Η αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου θεωρείται λόγος μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης;
Η αποζημίωση οφείλεται ακόμα και εάν η καταγγελία της σύμβασής του οφείλεται σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του ή σε, εν γένει, αντισυμβατική συμπεριφορά του, όσο σοβαρή κι αν είναι αυτή.
Εξαιρετικά, η αποζημίωση δεν οφείλεται μόνο στην περίπτωση που ο εργαζόμενος σκοπίμως και κακοβούλως προσπαθεί να προκαλέσει την απόλυσή του, ώστε να λάβει την αποζημίωση, την οποία δεν θα δικαιούταν σε περίπτωση παραίτησης.
Η διεκδίκηση της αποζημίωσης απόλυσης από τον εργαζόμενο, σε αυτή την περίπτωση, θα θεωρούταν καταχρηστική.
Σχετική η απόφαση 793/2020 του Αρείου Πάγου.
Άρειος Πάγος 793/2020
Καταγγελία σύμβασης χωρίς καταβολή αποζημίωσης – Όταν ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση
Συνοπτικά η Απόφαση του ΑΠ
Κατά την παρ.3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή με την ποινή της ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βούλησης του εργοδότη για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του, καθώς και ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξάρτητα από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον απολυόμενο.
Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού.
Όταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξίωσης για αποζημίωση λόγω απόλυσης ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τήρησης των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της ένστασης από το άρθ. 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού. (ΑΠ 222/2019, ΑΠ 2241/2013).
Σχετικό και το άρθρο μας: Καταγγελία σύμβασης χωρίς καταβολή αποζημίωσης – Τι ισχύει
Παλαιολόγος Ι Λιάζος
Οικονομολόγος Σύμβουλος Εργασιακών και Ασφαλιστικών























![Οι κυρώσεις για τις διαδικαστικές παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [άρθρο 53 Ν.5104/2024] [Μέρος 9ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/taxes-1024x682-1.jpg)
















